Οι γρήγορες μεταβολές που σημειώθηκαν και σημειώνονται ακόμη στη συζυγική και οικογενειακή ζωή, μας υποχρεώνουν σε περίσκεψη και στοχασμό. Οι νομικές μεταβολές των τελευταίων πενήντα χρόνων εισήγαγαν περισσότερη ελαστικότητα και ελευθερία αλλά και ισότητα μέσα στο θεσμό του γάμου και της οικογένειας. Διαπιστώνουμε ότι ο συζυγικός δεσμός έχει γίνει εύθραυστος. Ότι στο κοινωνικό τοπίο έχουν επιβληθεί νέα συγγενικά και οικογενειακά σχήματα. Ο σημερινός κόσμος δίνει προτεραιότητα στα υποκειμενικά αιτήματα και όχι στην αντικειμενικότητα του θεσμού. Η έκκληση για μια κοινωνική ή φυσική τάξη που θα προσπαθούσε να επιβληθεί στις ατομικές ελευθερίες φαίνεται να μη γίνεται αποδεκτή από πολλούς. Η αναφορά στη διαφορά μεταξύ άνδρα και γυναίκας, καθώς επίσης, σε μικρότερο βαθμό, στη διαφορά μεταξύ γενεών, θεωρείται ότι υποκρύπτει δομές κυριαρχίας μέσα στην οικογένεια και μέσα στην κοινωνία. Ακόμα και η σκέψη της διαφοράς έχει γίνει προβληματική.
Εμπρός σε αυτή την εξέλιξη, τουλάχιστο στον Δυτικό κόσμο, η Εκκλησία δεν προσπαθεί να υπερασπιστεί μια παλιά κοινωνική τάξη. Αλλ’ούτε επιχειρεί να προσαρμοστεί σε όλες τις καινοτομίες, για να «είναι σύγχρονη» και να αρέσει στον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Θέλει να είναι ο πιστός μάρτυρας της Καλής Είδησης του Ιησού Χριστού Σωτήρα, και ειδικά της Καλής Είδησης στο ζήτημα του γάμου και της οικογένειας. Η Εκκλησία ακούει τον Λόγο του Θεού. Προσπαθεί να ακούσει αυτό που ο Θεός λέει μέσα από τις αναζητήσεις και τις εξελίξεις της εποχής της. Προσπαθεί να αναγνωρίσει αυτό που η Β! Σύνοδος στο Βατικανό ονόμασε τα «σημεία των καιρών». Κάνει επίσης μια διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι καλό μέσα σε αυτές τις εξελίξεις, δηλαδή αυτό που είναι αντάξιο της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και της κλήσης του στην αληθινή αγάπη και αυτό που είναι αντίθετο. Προτείνοντας αυτή τη διάκριση και εξηγώντας την δημοσίως, η Εκκλησία θέλει να βρίσκεται στην υπηρεσία του κοινού αγαθού της κοινωνίας. Δεν φοβάται να είναι σε κάποια ζητήματα σημείο αντιλεγόμενο.
Πολύ συχνά, μέσα στη Βίβλο και μέσα στα Ντοκουμέντα της Παράδοσης, δεν υπάρχουν έτοιμες απαντήσεις στα νέα ζητήματα που ανακύπτουν. Θα πρέπει τότε να ανατρέξουμε στις αρχές της διάκρισης, στη θεώρηση του ανθρώπου που περιέχει η Βιβλική ιστορία, και στις αξίες που απορρέουν από αυτήν ( οι οποίες άλλωστε συμπίπτουν με αυτά που πολλοί σοφοί άνθρωποι προαισθάνθηκαν). Το φως που ακτινοβολεί στο πρόσωπο του Χριστού φεγγοβολεί μέσα στην καρδιά κάθε ανθρώπου.
Θα επισημάνω τέσσερα βασικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη κατάσταση του γάμου και της οικογένειας. Το καθένα από αυτά οδηγεί την Εκκλησία να εμβαθύνει και να αναπτύξει τη διδασκαλία της για το γάμο.
1) Το πρώτο είναι ο αδιαμφισβήτητος θρίαμβος του γάμου από αγάπη. Δεν είναι η στιγμή να παρουσιάσουμε την ιστορία του γάμου από αγάπη. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι είναι πολιτιστικά και ιστορικά καταγεγραμμένος. Θα ήταν λάθος να σκεφτούμε ότι δεν υπήρχε αγάπη στους γάμους που τακτοποιούνταν μεταξύ οικογενειών. Αλλά το χαρακτηριστικό του σημερινού γάμου είναι ότι εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική επιλογή των μελλονύμφων. Ασφαλώς η επιλογή αυτή επηρεάζεται από διάφορα κίνητρα και επιδράσεις, και ούτε απουσιάζει η λογική. Αλλά η ερωτική έλξη κατέχει την πρώτη θέση. Εξάλλου διαπιστώνουμε σήμερα μια επιστροφή του έρωτα ενάντια στο γάμο. Το διαζύγιο αιτιολογείται από την έλλειψη αγάπης. Και πολλά ζευγάρια αρνούνται τον θεσμό του γάμου επικαλούμενοι την ελευθερία του έρωτα και τον ιδιωτικό του χαρακτήρα.
Ο θρίαμβος του γάμου από αγάπη οδηγεί την Εκκλησία να διασαφηνίσει τη θέση της αγάπης μέσα στον θεσμό και το μυστήριο του γάμου. Η αγάπη είναι η καρδιά και η κορυφή της βιβλικής Αποκάλυψης. Ο Θεός αποκαλύπτεται ως Αγάπη. Η εντολή που ο Χριστός έδωσε στους μαθητές του είναι να αγαπά ο ένας τον άλλο. Αλλά τι σημαίνει να αγαπώ; Για την χριστιανική πίστη, ανακαλύπτουμε τι σημαίνει αγαπώ εν αληθεία μελετώντας το πρόσωπο και τη ζωή του Χριστού. Ο Θεός φανερώνει την αγάπη του με μια αμετάκλητη και απείρως γόνιμη συμφωνία (Διαθήκη), με την ανθρωπότητα που επισφραγίζει στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωθέντος Λόγου και στην ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας.
Να θέσουμε την αγάπη στο κέντρο του γάμου, από χριστιανική άποψη, σημαίνει να εννοήσουμε τον γάμο ως συμφωνία και ως αμοιβαία δωρεά των προσώπων. Ο γάμος είναι μια συμφωνία μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Ο όρος «συμφωνία» θα πρέπει να εκληφθεί στηn πιο δυνατή του έννοια. Λέει περισσότερα από τον όρο «συμφωνία». Μια συμφωνία είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από ένα συνεταιρισμό που μπορεί να διαλυθεί με την πρωτοβουλία του ενός ή του άλλου μέρους ή των δύο, μέσω αποζημιώσεων. Δεν περιορίζεται σε μια ένωση συμφερόντων ή μια ανταλλαγή παροχών. Είναι η ένωση δυο προσώπων που δεσμεύονται μεταξύ τους και μοιράζονται από κοινού τη ζωή τους. Βασίζεται σε μια ανταλλαγή λόγων, συνάπτεται μέσα στη σάρκα, εγγράφεται μέσα στην κοινωνία, θεμελιώνει μια κοινή ιστορία.
Η αγάπη, της οποίας ο Χριστός είναι η πηγή και το πρότυπο, είναι δωρεά. Η συζυγική αγάπη ενσωματώνει το συναίσθημα και την επιθυμία, αλλά δεν περιορίζεται σ’ αυτά. Το θέμα αυτό της δωρεάς πρέπει να κατανοηθεί καλά. Η αγάπη είναι πριν απόλα και παραμένει ένα δόσιμο στον άλλο, που τον βλέπουμε ως αυτόν ή αυτήν που μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις προσδοκίες μας. Αλλά είναι ταυτόχρονα μια δέσμευση προς τον άλλο, του οποίου θέλουμε την ευτυχία και του οποίου αναζητούμε το καλό. Η αγάπη ξεπερνά και περιλαμβάνει τις απαιτήσεις της απλής δικαιοσύνης. Για να το πούμε διαφορετικά, αγαπώ τον άλλο σημαίνει είμαι δίκαιος απέναντί του. Ενώ αντίθετα, δεν σεβόμαστε την αξιοπρέπειά του άλλου όταν τον μεταχειριζόμαστε ως μέσον, είτε για την απόλαυσή μας ή είτε για να αποκτήσουμε ένα παιδί, ή να μπούμε σε μια κοινωνική κατάσταση ή για την επίτευξη οποιουδήποτε άλλου σκοπού. Μια ανθρώπινη προσωπικότητα ζητάει να γίνει δεκτή και να αναγνωριστεί ως μοναδική. Η ελεύθερη και ανεπιφύλακτη δέσμευση είναι ένα αίτημα εσωτερικό της συζυγικής αγάπης. Οι ιδιότητες του γάμου, ενότητα και αδιάλυτο, το καλό των συζύγων, βρίσκουν μέσα στην έτσι εννοούμενη αγάπη το θεμέλιό τους και νόημά τους.
Η χριστιανική θεολογία, μελετώντας το μυστήριο της αγίας Τριάδας, βεβαιώνει ότι ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού, ολοκληρώνεται μέσα από μια ζωή σε κοινωνία αγάπης. Ο άνθρωπος τείνει στη σχέση. Η αγάπη που ο Θεός μεταδίδει είναι μια χάρη κοινωνίας. Ο γάμος και η οικογένεια είναι, στην επίγεια κατάσταση, η πρωταρχική έκφραση – αλλά όχι η μόνη – της κοινωνίας των ανθρώπων. Ο Ιωάννης Παύλος 2ος, ανέπτυξε επανειλημμένα το θέμα αυτό κατά την αρχιερατεία του.
Προσθέτω, πάντοτε στο πρώτο αυτό σημείο (ο γάμος από αγάπη), ότι ή έννοια της συμφωνίας, μας προφυλάσσει από μια θεώρηση αποκλειστικά ρομαντική της αγάπης: τα πρόσωπα της συμφωνίας παραμένουν πρόσωπα ξεχωριστά. Οι δυο θεμελιώδεις διαφορές, αυτή του φύλου και αυτή των γενεών, διαρθρώνουν την οικογενειακή κοινότητα. Από την άλλη μεριά, η οικογένεια δεν συγκροτεί μια κλειστή ομάδα. Είναι ενταγμένη μέσα στην κοινωνία. Τα παιδιά, όταν ενηλικιωθούν, εγκαταλείπουν τους γονείς τους. Οι δεσμοί δεν χάνονται, αλλά μεταμορφώνονται. Τελικά, η συζυγική συμφωνία θεμελιώνει μια κοινή ιστορία των συζύγων. Μερικές φορές είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει κρίσεις, να ξεπεράσει πληγές. Η συγχώρηση την ανανεώνει. Η κοινωνία των προσώπων δεν είναι ένα γεγονός δεδομένο. Είναι μάλλον μια προοπτική και μια πορεία. Μπορεί να συμβεί να καταλήξει σε αποτυχία. Καμιά φορά, η συζυγική αγάπη μοιάζει νεκρή, η συνέχιση της κοινής ζωής φαίνεται αδύνατη. Η βιβλική ιστορία της Διαθήκης (συμφωνίας), που διέρχεται από τον Σταυρό και κορυφώνεται το πρωί του Πάσχα, είναι για όλους πηγή ελπίδας.
2. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας είναι η εξέλιξη της κατάστασης της γυναίκας. Είναι ένα μεγάλο πολιτιστικό γεγονός. Η ιεραρχική θεώρηση της οικογένειας και της κοινωνίας παραχώρησε τη θέση της σε μια θεώρηση ισότητας και δημοκρατικότητας. Η πατρική εξουσία την οποία ο κώδικας του Ναπολέοντα απέδιδε στον σύζυγο, αρχηγό της οικογένειας, έδωσε τη θέση από το 1970, στην εξουσία και των δύο μαζί γονέων. Ας πούμε αμέσως ότι η κοινωνική αυτή εξέλιξη είναι σύμφωνη με την ισότιμη αξιοπρέπεια του άνδρα και της γυναίκας. Μπορούμε μάλιστα να προσθέσουμε ότι προσφέρει τις πιο ευνοϊκές συνθήκες ώστε ο γάμος να βιώνεται ως μια συμφωνία μεταξύ δυο ίσων και διαφορετικών προσώπων. Υπό τον όρο ωστόσο, ο άνδρας και η γυναίκα να μη θεωρούν τον εαυτό τους άτομα ζηλότυπα της ανεξαρτησίας τους που επιδιώκουν το ατομικό τους συμφέρον, αλλά να εγκολπώνονται τη λογική της αγάπης, της δέσμευσης και της δωρεάς.
Η διαφορά άνδρα και γυναίκας είναι αξεπέραστη, αλλά δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή. Περιλαμβάνει ένα παράγοντα προσωπικό. Αναμφισβήτητα εμπεριέχει μια σταθερά πολιτιστική. Αλλά είναι επίσης αντικειμενικά θεμελιωμένη. Μέσα στα σώματα που δεν επιτρέπουν να την περιορίσουμε ούτε στην βιολογία ούτε στην κουλτούρα. Η διαφορά του φύλου δεν είναι μια διαφορά ανάμεσα στις άλλες. Είναι συστατικό της ανθρώπινης φύσης μας. Σύμφωνα με τη Βίβλο, ανήκει στην πρωταρχική καλοσύνη του Δημιουργού. Δεν είναι μια δυστυχία που οφείλουμε να υπερπηδήσουμε, αλλά μια χάρη που πρέπει να βιώσουμε εν αληθεία.
Ο γάμος θα έπρεπε να είναι ο χώρος όπου η διαφορά άνδρα/γυναίκας, να γίνεται δεκτή και να βιώνεται με πλήρη αλήθεια, μέσα στη δικαιοσύνη και την αγάπη. Ο χώρος όπου αγγίζει την υψίστη της γονιμότητα (που δεν περιορίζεται μόνο στα παιδιά). Πάντοτε σύμφωνα με τη Βίβλο, η σχέση μεταξύ των συζύγων, προσκρούει σε δυο εστίες αμαρτίας: τη θέληση να κυριαρχούμε πάνω στον άλλο και τον άπληστο πόθο που ανάγει τον άλλο στο επίπεδο του αντικειμένου (βλ. Γεν. 3,16β). Η κατανόηση της καρδιάς και η ηθική συνείδηση γνωρίζουν τους δρόμους για να υπερπηδήσουν αυτές τις εγωιστικές τάσεις. Η χάρη του Θεού εξαγνίζει το πνεύμα μας και στηρίζει τις προσπάθειές μας.
3. Το τρίτο σημείο που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη είναι η εξέλιξη, καμιά φορά η ανατροπή, των ηθικών σημείων αναφοράς σε θέματα σεξουαλικά. Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο υπάρχει απόσταση μεταξύ των Δυτικών κοινωνιών και της Εκκλησίας είναι αυτό της σεξουαλικής ηθικής!
Η διδασκαλία της Εκκλησίας στο ζήτημα αυτό, όπως και στην βιοϊατρική ηθική, θεμελιώνεται πάνω στην ακόλουθη αρχή, που είναι επίσης και μια σταθερά υπαρξιακή: ότι αγγίζει το σώμα , αγγίζει το ίδιο το πρόσωπο. Με τη διάκρισή της η Εκκλησία μας προειδοποιεί να φυλαγόμαστε από τον πειρασμό να θεωρούμε το σώμα ως ένα όργανο στην ελεύθερη διάθεσή μας και ως κάτι μακρινό από το υποκείμενο. Το σώμα του άνδρα η της γυναίκας, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον βιολογικό οργανισμό που δεν εκφράζει ούτε δεσμεύει το πρόσωπο. Ασφαλώς, το πρόσωπο, ως ον πνευματικό, δεν συμπίπτει με το σώμα του. Αλλά, δεν είναι λιγότερο «σώμα και ψυχή αληθινά ένα», καθώς βεβαιώνει η Β! Σύνοδος στο Βατικανό. Για τον χριστιανισμό, θρησκεία της ενσάρκωσης, το σώμα είναι ο τόπος όπου συνάπτεται, όπου σφραγίζεται, η Διαθήκη. Εμπρός στους διαχωρισμούς που πολλαπλασιάζονται και δικαιολογούνται από κάποια έννοια της ελευθερίας, η Εκκλησία προτείνει μιαν αντίληψη ενοποιημένη, ολοκληρωμένη, των διαφόρων διαστάσεων της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, καθώς επίσης και των διαφόρων συνιστωσών της πατρότητας και της μητρότητας, υπό το πρωτείο της αγάπης. Δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, να απορρίψουμε την επιθυμία και την απόλαυση, αλλά να δείξουμε ότι η αγάπη, ως συμφωνία και δωρεά, τους προσδίδει το πλήρες ανθρώπινο νόημα και την ηθική τους αξία.
4. Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης κατάστασης είναι ο έλεγχος της γονιμότητας που επιτεύχθηκε χάρη στις προόδους της βιολογίας. Είναι ένα μεγάλο και μη αναστρέψιμο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας, του οποίου δεν έχουμε ακόμη υπολογίσει όλες τις συνέπειες. Όπως όλοι οι έλεγχοι, συνεπιφέρει μια ευθύνη και θέτει ένα ηθικό ερώτημα: τι επιτρέπετε να κάνουμε με τις δυνάμεις που διαθέτουμε; Η απάντηση εξαρτάται από το νόημα που αναγνωρίζουμε στην ανθρώπινη τεκνοποίηση. Αυτή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την αναπαραγωγή των ζώων, έστω και αν οι βιολογικές διαδικασίες είναι παρόμοιες. Έχει δικές της σημασίες και αξίες. Σωστό είναι το παιδί να είναι επιθυμητό, αλλά δεν είναι σαφές, αν αυτό αποτελεί αποκλειστικά την πραγματοποίηση της επιθυμίας για απόκτηση παιδιού. Το παιδί ζητάει πριν απόλα να γίνει δεκτό για τον ίδιο τον εαυτό του.
Π.χ., (διακινδυνεύω να θίξω ένα ζήτημα της επικαιρότητας), δεν φαίνεται σωστό, η αναγνώριση της ανθρώπινης φύσης των εμβρύων της γονιμοποίησης στο σωλήνα, να εξαρτάται από την ύπαρξη ή την εγκατάλειψη ενός γονεϊκού σχεδίου.
Οι αξίες που διακυβεύονται εδώ είναι η αναγνώριση της θεμελιώδους καλοσύνης κάθε ανθρώπινης ζωής και η υπηρεσία της ζωής. Δεν βρισκόμαστε άραγε εδώ εμπρός στο προοδευτικό πέρασμα της τεκνοποίησης υπό τον έλεγχο της τεχνικής; Αυτή υπακούει στη δική της λογική, απολύτως νόμιμη στον τομέα της παραγωγής αγαθών, αλλά την οποία αισθανόμαστε καλά πως δεν θα πρέπει να την εφαρμόσουμε στην τεκνοποίηση. Το παιδί είναι άξιο να συλληφθεί μέσα στην οικειότητα μιας πράξης αγάπης ταυτόχρονα εξόχως προσωπικής και σωματικής. Θα πρέπει να το υποδεχτούμε ως ένα πρόσωπο ολοκληρωμένο, πολύ εύθραυστο, που επαφίεται στην ευθύνη των γονέων του.
Η Εκκλησία είναι ο θεματοφύλακας της Καλής Είδησης. Έχει κληθεί να είναι μάρτυρας στον κόσμο της αγάπης του Θεού που φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού και μεταδόθηκε μέσω Αυτού. Το μυστήριο του γάμου και της οικογένειας είναι ένα σημείο αυτής της αγάπης. Η αγάπη αυτή είναι μεγάλη. Ενώνει το ανθρώπινο και το θείο. Είναι απαιτητική. Είναι στο ύψος της ανθρώπινης προσωπικότητας και της κλήσης της.
Πατέρας Jacques de Longeaux
Απόδοση στα Ελληνικά: Πέτρος Ανδριώτης
Σάββατο 23 Απριλίου 2011
Οι δυο όψεις της γνήσιας αγάπης: ο έρωτας και η αγάπη
Η παρακάτω μελέτη εύχομαι να είναι μια μικρή συμβολή στον εκ νέου ευαγγελισμό του εκκοσμικευμένου Δυτικού κόσμου που αυτή τη στιγμή αποτελεί και την κυριότερη έγνοια όλης της Εκκλησίας και ιδιαίτερα του αγίου Πατέρα Βενέδικτου 16ου.
Ένας τομέας τον οποίο η εκκοσμίκευση επηρεάζει ευρύτατα και ολέθρια, είναι ο τομέας της αγάπης. Η εκκοσμίκευση της αγάπης συνίσταται στην απόσπαση της ανθρώπινης αγάπης, σε όλες τις μορφές της, από τον Θεό, ανάγοντάς την σε κάτι το εντελώς «κοσμικό», όπου ο Θεός δεν έχει καμιά θέση και μάλιστα είναι εμπόδιο.
Αλλά το θέμα της αγάπης δεν είναι σημαντικό αποκλειστικά για τον ευαγγελισμό, δηλαδή στη σχέση με τον κόσμο. Είναι σημαντικό επίσης και πριν απόλα, για την εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, για την αγιοσύνη των μελών της. Σε αυτή την προοπτική τοποθετείται και η εγκύκλιος «ο Θεός είναι αγάπη» του αγίου Πατέρα Βενέδικτου 16ου, στην οποία τοποθετούμαστε και εμείς στους παρακάτω στοχασμούς.
Η αγάπη υποφέρει από ένα ολέθριο διαχωρισμό όχι μόνο στην νοοτροπία του εκκοσμικευμένου κόσμου. Αλλά και, στην απέναντι πλευρά, ανάμεσα στους πιστούς και ιδιαίτερα ανάμεσα στα αφιερωμένα πρόσωπα. Απλοποιώντας στο μέγιστο βαθμό, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την κατάσταση ως εξής: βρίσκουμε στον κόσμο ένα έρωτα χωρίς αγάπη, ενώ ανάμεσα στους πιστούς βρίσκουμε συχνά μια αγάπη χωρίς έρωτα.
Ο έρωτας χωρίς αγάπη, είναι μια αγάπη ρομαντική, και συχνά τόσο παθιασμένη που μπορεί να φθάσει μέχρι τη βία. Μια αγάπη κτητική που μοιραία ανάγει τον άλλο αντικείμενο της ηδονής του αγνοώντας κάθε διάσταση θυσίας, πιστότητας, και δωρεάς του εαυτού. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στην περιγραφή αυτής της αγάπης αφού είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουμε κάτω από τα μάτια μας και η οποία προβάλλεται διαρκώς υπό μορφή σφυροκοπημάτων μέσα από τα μυθιστορήματα, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, το διαδίκτυο, τα λεγόμενα «ροζ» περιοδικά. Είναι αυτό που στην κοινή διάλεκτο, τώρα πια ο κόσμος εννοεί με τον όρο «έρωτα».
Είναι πιο χρήσιμο για μας να καταλάβουμε τι σημαίνει αγάπη χωρίς έρωτα. Στη μουσική υπάρχει μια διάκριση που μπορεί να μας βοηθήσει να πάρουμε μια ιδέα: η διάκριση μεταξύ της «θερμής» και της «ψυχρής» τζαζ μουσικής. Κάπου έχω διαβάσει αυτό τον χαρακτηρισμό των δυο ειδών, έστω και αν δεν είναι ο μοναδικός. Η «θερμή» τζαζ είναι γεμάτη από πάθος, φλόγα, εκφραστικότητα, οίστρο, συναισθήματα και επομένως από πενιές και αυτοσχεδιασμούς πρωτότυπους. Η «ψυχρή» τζαζ, είναι αυτή που προκύπτει όταν περνάμε στον επαγγελματισμό. Τα συναισθήματα επαναλαμβάνονται, ο οίστρος αντικαθίσταται από την τεχνική, ο αυθορμητισμός από την δεξιοτεχνία, λειτουργούμε περισσότερο με τον εγκέφαλο παρά με την καρδιά.
Αποδεχόμενοι αυτή τη διάκριση, η αγάπη χωρίς έρωτα μας φαίνεται «μια αγάπη ψυχρή», μια αγάπη «επιδερμική», που επιβάλλεται περισσότερο από τη θέληση παρά από τη διάθεση της καρδιάς. Μια αγάπη που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο μοντέλο αντί να δημιουργεί το δικό της ανεπανάληπτο μοντέλο, όπως είναι ανεπανάληπτο ενώπιον του Θεού κάθε ανθρώπινο ον. Οι πράξεις αγάπης που απευθύνονται στον Θεό μοιάζουν, σε αυτή την περίπτωση, με αυτές ορισμένων στερημένων ερωτευμένων που γράφουν ερωτικές επιστολές στην αγαπημένη, τις οποίες αντιγράφουν από κάποιο «οδηγό παρόμοιων τυποποιημένων επιστολών».
Αν ο κοσμικός έρωτας είναι ένα σώμα χωρίς ψυχή, η θρησκευτική αγάπη που εφαρμόζεται δι’αυτού του τρόπου, είναι μια ψυχή χωρίς σώμα. Το ανθρώπινο ον δεν είναι ένας άγγελος, δηλαδή καθαρό πνεύμα, είναι ψυχή και σώμα ενωμένα ουσιαστικά. Όλα όσα κάνει, συμπεριλαμβανομένης της αγάπης, πρέπει να αντανακλούν αυτή τη δομή του. Αν τα στοιχεία που είναι συνδεδεμένα με το συναίσθημα και την καρδιά απωθούνται ή καταστέλλονται συστηματικά, το αποτέλεσμα θα είναι διττό: ή προχωρούμε βαριεστημένα μπροστά, από αίσθηση του καθήκοντος και για να διαφυλάξουμε την εικόνα μας, είτε καταφεύγουμε σε αντισταθμίσματα λίγο ως πολύ νόμιμα, μέχρι τις οδυνηρότατες περιπτώσεις που γνωρίζουμε πολύ καλά. Στο βάθος πολλών ηθικών παρεκτροπών αφιερωμένων προσώπων, δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, υπάρχει μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της αγάπης.
Έχουμε λοιπόν ένα διπλό κίνητρο και μια διπλή επείγουσα ανάγκη να ανακαλύψουμε εκ νέου την αγάπη στην πρωταρχική της ενότητα. Η αληθινή και ολοκληρωμένη αγάπη, είναι ένα μαργαριτάρι που περικλείεται μέσα σε δυο δικλείδες: τον έρωτα και την αγάπη. Οι δυο αυτές διαστάσεις της αγάπης δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς να την καταστρέψουμε, όπως δεν μπορούν να χωριστούν μεταξύ τους το υδρογόνο και το οξυγόνο χωρίς να στερηθούμε το νερό.
2. Η θέση του ασυμβίβαστου μεταξύ των δυο ειδών αγάπης (του έρωτα και της αγάπης).
Η πιο σημαντική συμφιλίωση μεταξύ των δυο διαστάσεων της αγάπης είναι αυτή που αναφέρεται στην πρακτική που εφαρμόζεται στη ζωή των προσώπων, αλλά ακριβώς για να καταστεί αυτή δυνατή, είναι απαραίτητο να αρχίσουμε να συμφιλιώνουμε μεταξύ τους τον έρωτα και την αγάπη και στο θεωρητικό επίπεδο της διδασκαλίας. Τούτο θα μας επιτρέψει να γνωρίσουμε επιτέλους τι σημαίνουν οι τόσο χρησιμοποιημένοι και παρεξηγημένοι δυο αυτοί όροι.
Η σπουδαιότητα του ζητήματος γεννιέται από το γεγονός ότι υπάρχει ένα έργο που κατέστησε γνωστότατη σε όλο τον χριστιανικό κόσμο την αντίθετη θέση, αυτή δηλαδή του ασυμβίβαστου μεταξύ των δυο μορφών αγάπης. Πρόκειται για το βιβλίο του Λουθηρανού Σουηδού θεολόγου Anders Nygren, υπό τον τίτλο «Έρωτας και Αγάπη». Μπορούμε να συνοψίσουμε τη σκέψη του με αυτά τα λόγια: Ο Έρωτας και η Αγάπη, ορίζουν δυο αντίθετες κατευθύνσεις: ο πρώτος, άνοδο και ανηφόρα του ανθρώπου προς τον Θεό, ως δικό του καλό και δική του πηγή. Η δεύτερη, κάθοδο του Θεού προς τον άνθρωπο με την ενσάρκωση και το σταυρό του Χριστού: συνεπώς, τη σωτηρία που προσφέρεται στον άνθρωπο χωρίς να την έχει κερδίσει και χωρίς άλλη απάντηση από μέρους του, παρά μόνο την πίστη. Η Καινή Διαθήκη έχει κάνει μια συγκεκριμένη επιλογή για να εκφράσει την αγάπη, χρησιμοποιώντας τον όρο αγάπη και απορρίπτοντας συστηματικά τον όρο έρωτα.
Αυτός που υιοθέτησε και διατύπωσε με περισσότερη καθαρότητα αυτή τη διδασκαλία της αγάπης είναι ο άγιος Παύλος. Μετά από αυτόν, σύμφωνα πάντοτε με τη θέση του Nygren, αυτή η ριζική αντίθεση χάθηκε σχεδόν αμέσως για να δώσει τη θέση της σε προσπάθειες σύνθεσης. Ευθύς ως ο χριστιανισμός έρχεται σε πολιτιστική επαφή με τον κόσμο των Ελλήνων και την Πλατωνική θεώρηση, ήδη από τον Ωριγένη, γίνεται μια επανεκτίμηση του έρωτα, ως ανοδική κίνηση της ψυχής προς το καλό, ως παγκόσμια έλξη που ασκείται από το κάλλος και το θείο. Σε αυτή τη γραμμή ο Ψευδο-Διονύσης Αρεοπαγίτης θα γράψει ότι ο «Θεός είναι έρωτας» , υποκαθιστώντας με αυτό τον όρο, αυτόν της αγάπης της περίφημης φράσης του Ιωάννη (Α! Ιω. 4,10).
Στη Δύση μια ανάλογη σύνθεση, πραγματοποιήθηκε από τον Αυγουστίνο με τη διδασκαλία του για την αγάπη (caritas) εννοούμενη ως διδασκαλία της καθοδικής και δωρεάν αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο (κανείς δεν μίλησε για τη «χάρη» με τόσο αποφασιστικό τρόπο όσο αυτός), αλλά και ως πόθο του ανθρώπου για το καλό και τον Θεό. Δική του είναι η φράση: «Μας έκανες για σένα ω Θεέ, και ανήσυχη είναι η καρδιά μας έως ότου αναπαυθεί σε σένα» . Δική του είναι επίσης η εικόνα της αγάπης ως ένα βάρος που το τραβά η ψυχή, όπως συμβαίνει με τη δύναμη της βαρύτητας, προς τον Θεό, ως τον τόπο της ανάπαυσής της και της ευχαρίστησής της. Όλα αυτά, εισάγουν ένα στοιχείο αγάπης του εαυτού, αγάπης του προσωπικού καλού, επομένως εγωισμού, που καταστρέφει την απόλυτη δωρεά της χάρης. Είναι μια νέα πτώση στην ειδωλολατρική ψευδαίσθηση που θεωρεί την σωτηρία ως μια άνοδο προς τον Θεό, και όχι δωρεά και αναιτιολόγητη κάθοδο του Θεού προς εμάς.
Όμηροι αυτής της ανέφικτης σύνθεσης μεταξύ έρωτα και αγάπης, μεταξύ αγάπης του Θεού και αγάπης του εαυτού, σύμφωνα με τον Nygren είναι: Ο άγιος Βερνάρδος όταν ορίζει τον ύψιστο βαθμό της αγάπης του Θεού ως μια «αγάπη για τον Θεό τον ίδιο» και μια «αγάπη του εαυτού για τον Θεό». Ό άγιος Βοναβεντούρας, με την ανοδική του «Διαδρομή του νου στον Θεό», καθώς επίσης και ο άγιος Θωμάς ο Ακινάτης που ορίζει την αγάπη του Θεού που σκόρπισε στην καρδιά του βαπτισμένου (βλ. Ρωμ. 5,5) ως « την αγάπη με την οποία ο Θεός μας αγαπά και δια της οποίας μας κάνει να Τον αγαπούμε» (amor quo ipse nos diligit et quo ipse nos dilectores sui facit” . Πράγματι, αυτό θα σήμαινε ότι ο άνθρωπος που αγαπιέται από τον Θεό, μπορεί με τη σειρά του να αγαπά τον Θεό, να του δίνει κάτι δικό του, πράγμα που θα κατάστρεφε την απόλυτη δωρεά της αγάπης του Θεού. Η ίδια παρέκκλιση συμβαίνει, σύμφωνα με τον Nygren, με τον μυστικισμό της καθολικής Εκκλησίας. Η αγάπη των μυστικιστών, με την ισχυρότατη φόρτιση έρωτα, δεν είναι άλλο παρά ένας εξυψωμένος αισθησιακός έρωτας, μια προσπάθεια να αποκατασταθεί μια αλαζονική σχέση αμοιβαίας αγάπης με τον Θεό.
Αυτός που έβαλε τέλος στην ασάφεια και επανάφερε στο φως τη σαφή Παύλεια αντίθεση είναι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Λούθηρος. Στηρίζοντας τη δικαίωση μόνο πάνω στην πίστη, αυτός δεν απέκλεισε την αγάπη που θεμελιώνει τη χριστιανική ζωή, όπως του προσάπτει η θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας. Μάλλον ελευθέρωσε την αγάπη, από το θολό στοιχείο του έρωτα. Στην διατύπωση «μόνο πίστη», αποκλείοντας τα έργα, αντιστοιχεί στον Λούθηρο η διατύπωση «μόνο αγάπη» αποκλείοντας τον έρωτα.
Δεν ανήκει σε μένα να καθορίσω αν ο συγγραφέας ερμήνευσε σωστά τη σκέψη του Λουθήρου πάνω στο σημείο αυτό. Αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι ποτέ δεν έθεσε το πρόβλημα με όρους αντίθεσης μεταξύ έρωτα και αγάπης, όπως πράγματι έκανε μεταξύ πίστης και έργων. Ωστόσο έχει τη σημασία του το γεγονός ότι και ο Karl Barth, σε ένα Κεφάλαιο του έργου του « Εκκλησιαστικό δράμα», καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον Nygren για την αγεφύρωτη αντίθεση μεταξύ έρωτα και αγάπης: «Γράφει: όπου έρχεται στο προσκήνιο η χριστιανική αγάπη, αρχίζει αμέσως η σύγκρουση με την άλλη αγάπη και η σύγκρουση αυτή δεν έχει πια τέλος» . Είμαστε στην καρδιά τη διαλεκτικής θεολογίας, της θεολογίας του είτε είτε, της αντίθεσης με κάθε κόστος.
Ο αντίκτυπος αυτής της τοποθέτησης είναι η πλήρης κοσμικοποίηση και εκκοσμίκευση του έρωτα. Πράγματι, ενώ μια κάποια θεολογία έδιωχνε τον έρωτα από την αγάπη, η κοσμική κουλτούρα, από την πλευρά της, ήταν ευτυχής να κάνει το αντίθετο, διώχνοντας την αγάπη από τον έρωτα, δηλαδή κάθε αναφορά στον Θεό και στη χάρη της ανθρώπινης αγάπης. Ο Φρόιντ έφθασε μέχρι το τέρμα στη γραμμή αυτή, ανάγοντας την αγάπη στον έρωτα και τον έρωτα στην libido, στην καθαρή σεξουαλική ορμή. Είναι το στάδιο στο οποίο κατάντησε σήμερα η αγάπη σε πολλές εκδηλώσεις της ζωής και της κουλτούρας, και πάνω απόλα στον κόσμο του θεάματος.
Προ διετίας βρέθηκα στην Μαδρίτη. Οι εφημερίδες δεν έκαναν άλλο από το να μιλάνε για μια κάποια έκθεση που βρισκόταν σε εξέλιξη στην πόλη υπό τον τίτλο: «Τα δάκρυα του έρωτα». Ήταν μια έκθεση καλλιτεχνικών έργων με φόντο ερωτικό. – πίνακες, σχέδια, γλυπτά, - που στόχευε να προβάλλει τον αδιαχώριστο δεσμό που υπάρχει στην εμπειρία του μοντέρνου ανθρώπου, μεταξύ έρωτα και θανάτου. Στην ίδια διαπίστωση φθάνει κανείς διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Tα άνθη του κακού του Baudelaire” η «Ένα διάστημα στην κόλαση» του Rimbaud. Η αγάπη, που από τη φύση της θα έπρεπε να οδηγεί στη ζωή, εντούτοις τώρα πια οδηγεί στον θάνατο.
3. Επιστροφή στη σύνθεση
Αν δεν μπορούμε με μιας να αλλάξουμε την ιδέα που έχει ο κόσμος για τον έρωτα, μπορούμε ωστόσο να διορθώσουμε τη θεολογική θεώρηση η οποία – σίγουρα χωρίς να το θέλει – την ευνοεί και την νομιμοποιεί. Αυτό κάνει, με υποδειγματικό τρόπο, ο Άγιος Πατέρας Βενέδικτος 16ος, δια της Εγκυκλίου «ο Θεός είναι αγάπη». Επιβεβαιώνει ξανά την παραδοσιακή σύνθεση της Καθολικής Εκκλησίας εκφράζοντάς την με όρους της εποχής μας. «Ο έρωτας και η αγάπη», διαβάζουμε στην Εγκύκλιο, - αγάπη ανοδική και αγάπη καθοδική – ποτέ δεν χωρίζονται πλήρως η μια από την άλλη (…). Η βιβλική πίστη δεν οικοδομεί έναν κόσμο παράλληλο ή αντίθετο προς το πρωταρχικό ανθρώπινο φαινόμενο που είναι ο έρωτας, αλλά αποδέχεται την ολότητα του ανθρώπου παρεμβαίνοντας στην αναζήτησή του της αγάπης για να την εξαγνίσει ανοίγοντάς του ταυτόχρονα νέες διαστάσεις» (αρ. 7-8). Ο έρωτας και η αγάπη, είναι ενωμένοι στην ίδια την πηγή της αγάπης που είναι ο Θεός. «Ο Θεός αγαπά – συνεχίζει η Εγκύκλιος – και η αγάπη αυτή μπορεί με βεβαιότητα να χαρακτηριστεί ως έρωτας, που ωστόσο είναι επίσης απόλυτη αγάπη» (αρ. 9).
Έτσι γίνεται κατανοητή η ασυνήθιστα θερμή και ευρύτατη υποδοχή αυτού του ποντιφικού ντοκουμέντου ακόμα και από τα πιο ανοικτά και υπεύθυνα λαϊκά περιβάλλοντα. Έτσι η Εγκύκλιος δίνει μια ελπίδα στον κόσμο. Διορθώνει την εικόνα μιας πίστης που αγγίζει τον κόσμο περιφερειακά χωρίς να εισχωρεί μέσα σ΄αυτόν, δια της ευαγγελικής εικόνας του προζυμιού που φουσκώνει όλη τη μάζα. Αντικαθιστά την ιδέα μιας βασιλείας του Θεού που ήρθε «να κρίνει» τον κόσμο με εκείνη της βασιλείας του Θεού που ήρθε να «σώσει» τον κόσμο, αρχίζοντας από τον έρωτα που είναι η κυρίαρχη δύναμή του.
Η θεώρηση της Καθολικής Εκκλησίας, που στο σημείο αυτού συμπίπτει με την Ορθόδοξη , μπορεί να επιβεβαιωθεί και από την πλευρά της εξηγητικής. Αυτοί που υποστηρίζουν τη θέση του ασυμβίβαστου μεταξύ έρωτα και αγάπης, βασίζονται στο γεγονός ότι, η Καινή Διαθήκη αποφεύγει επιμελώς – και φαίνεται εσκεμμένα – τον όρο έρωτα, χρησιμοποιώντας αντ΄αυτού, πάντοτε και μόνο, τον όρο αγάπη (εκτός κάποιας σπάνιας χρησιμοποίησης του όρου φιλία που δείχνει την φιλική αγάπη).
Το γεγονός είναι αληθές, αλλά δεν είναι αληθινά τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτό. Υποτίθεται ότι οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης είναι ενήμεροι τόσο της έννοιας που ο όρος έρωτας είχε στην κοινή διάλεκτο – ο λεγόμενος «κοινός ή χυδαίος» έρωτας – όσο και της υψηλής και φιλοσοφικής έννοιας που είχε π.χ. στον Πλάτωνα, ο ονομαζόμενος «ευγενής» έρωτας. Κατά την άποψη του τότε κόσμου, ο έρωτας σήμαινε αυτό που, λίγο ως πολύ, σημαίνει και σήμερα όταν γίνεται λόγος για ερωτισμό ή για ερωτικές ταινίες, δηλαδή την ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου περισσότερο με υποβάθμιση παρά με αναβάθμιση του έρωτα. Κατά την ευγενή αποδοχή, ο έρωτας σήμαινε την αγάπη για το κάλλος, τη δύναμη που συγκρατεί τον κόσμο και ωθεί όλα τα όντα στην ενότητα, δηλαδή στην κίνηση της ανόδου προς το θείο, που οι διαλεκτικοί θεολόγοι θεωρούν ασυμβίβαστη με την καθοδική κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς πως οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, που απευθύνονταν σε απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους, είχαν σκοπό να τους προφυλάξουν από τον «ευγενή» έρωτα του Πλάτωνα. Αυτοί απέφυγαν τον όρο «έρωτα», για τον ίδιο λόγο που ένας ιεροκήρυκας αποφεύγει σήμερα τον ερωτικό αυτό όρο. Και αν τον χρησιμοποιεί, το κάνει μόνο για την αρνητική του πλευρά. Η αιτία, τότε και σήμερα, είναι, ότι ο όρος αυτός δηλώνει τον έρωτα στην πιο εγωιστική και αισθησιακή του μορφή . Η δυσπιστία των πρώτων χριστιανών απέναντι στον έρωτα, ήταν επιπλέον επιβαρυμένη από τον ρόλο που αυτός κατείχε στις ξέφρενες διονυσιακές λατρείες.
Από τη στιγμή που ο χριστιανισμός έρχεται σε επαφή και διάλογο με την Ελληνική κουλτούρα της εποχής, διακόπτεται αμέσως, καθώς ήδη είδαμε, κάθε αποκλεισμός του έρωτα. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά από τους Έλληνες συγγραφείς ως συνώνυμο της αγάπης και εκφράζει την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο αλλά επίσης και την αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό, την αγάπη για τις αρετές και για κάθε ωραίο πράγμα. Για να πειστεί κανείς περί αυτού, αρκεί να ρίξει μια απλή ματιά στο «Ελληνικό Πατριστικό Λεξικό» του Lampe . Επομένως η θέση του Nygren και του Barth, συνιστά ένα σύστημα που οικοδομήθηκε πάνω σε μια εσφαλμένη εφαρμογή του ονομαζόμενου «ex silentio» (λόγω αποσιώπησης) επιχειρήματος.
4. Ένας έρωτας για τα αφιερωμένα πρόσωπα
Η αναβάθμιση του έρωτα βοηθάει πριν απόλα τους ερωτευμένους ανθρώπους και τους χριστιανούς συζύγους, παρουσιάζοντας την ομορφιά και την αξιοπρέπεια της αγάπης που τους ενώνει. Βοηθάει τους νέους να δοκιμάσουν τη γοητεία του άλλου φύλου όχι σαν κάτι το σκοτεινό που πρέπει να βιωθεί έχοντας ως προκάλυμμα τον Θεό, αλλά αντίθετα ως μια δωρεά του Δημιουργού για να τη χαίρονται εφόσον τη ζουν σύμφωνα με την τάξη που ο Ίδιος θέλησε. Για τη θετική αυτή λειτουργία του έρωτα πάνω στην ανθρώπινη αγάπη, αναφέρεται και ο πάπας στην Εγκύκλιό του, όταν μιλά για την πορεία κάθαρσης του έρωτα που οδηγεί από την προσωρινή γοητεία στην «παντοτινή» του γάμου (αρ.4-5).
Αλλά η αναβάθμιση του έρωτα πρέπει να βοηθήσει και εμάς τους αφιερωμένους, άνδρες και γυναίκες. Αναφέρθηκα στην αρχή στον κίνδυνο που διατρέχουν οι ψυχές των αφιερωμένων προσώπων, που είναι η ψυχρή αγάπη, η οποία δεν κατεβαίνει ποτέ από τον νου στην καρδιά. Ένας χειμερινός ήλιος που φωτίζει αλλά δεν θερμαίνει. Αν ο έρωτας σημαίνει ορμή, επιθυμία, έλξη, δεν πρέπει να φοβόμαστε τα συναισθήματα, και ακόμα χειρότερα να τα περιφρονούμε και να τα καταστέλλουμε. Όταν πρόκειται για την αγάπη του Θεού – έγραφε ο Guglielmo di St. Thierry – το συναίσθημα της στοργής (affectio), είναι και αυτό χάρη. Πράγματι, η φύση δεν μπορεί να μας εμφυσήσει παρόμοιο συναίσθημα .
Οι Ψαλμοί είναι γεμάτοι από αυτή τη λαχτάρα για τον Θεό: «Σ’ εσένα Κύριε υψώνω την ψυχή μου…», «Η ψυχή μου διψά για τον Θεό, τον ζωντανό Θεό». «Δώσε λοιπόν προσοχή – λέει ο συγγραφέας της «Νεφέλης της μη γνώσης» - σ’ αυτό το θαυμαστό έργο της χάρης στην ψυχή σου. Αυτό δεν είναι παρά μια ξαφνική ώθηση που παρουσιάζεται χωρίς καμιά προειδοποίηση και οδηγεί κατευθείαν στον Θεό, σαν μια σπίθα που ελευθερώνεται από τη φωτιά… Χτύπησε αυτή την πυκνή νεφέλη της μη γνώσης με το ακονισμένο βέλος της επιθυμίας για αγάπη και μη κινηθείς από εκεί, οτιδήποτε και αν συμβεί». Αρκεί γι’ αυτό, μια σκέψη, μια κίνηση της καρδιάς, μια σύντομη προσευχή.
Αλλά όλα αυτά δεν αρκούν και τούτο ο Θεός το ξέρει καλύτερα από μας. Είμαστε πλάσματα, ζούμε στο χρόνο και μέσα σε ένα σώμα. Έχουμε ανάγκη από μια οθόνη πάνω στην οποία να προβάλλουμε την αγάπη μας που να μην είναι μόνο «η νεφέλη της μη γνώσης», δηλαδή το κάλυμμα πίσω από το οποίο κρύβεται ο Θεός που ποτέ κανείς δεν είδε και ο οποίος κατοικεί μέσα σε ένα απρόσιτο φως…
Γνωρίζουμε καλά την απάντηση που δίνεται στην ερώτηση αυτή: ακριβώς γι’ αυτό ο Θεός μας έδωσε τον πλησίον: για να τον αγαπούμε! «Κανένας δεν είδε ποτέ τον Θεό. Αν αγαπάμε ο ένας τον άλλο, ο Θεός μένει σ’ εμάς και η αγάπη του έχει ολοκληρωθεί μέσα μας… Όποιος δεν αγαπά τον αδελφό του που βλέπει, δεν μπορεί να αγαπά τον Θεό που δεν βλέπει» (Α! Ιω. 4,12.20). Ωστόσο οφείλουμε να προσέξουμε ώστε να μην υπερπηδήσουμε τον καθοριστικό κρίκο. Πριν από τον αδελφό που φαίνεται, υπάρχει κάποιος άλλος που επίσης μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε: υπάρχει ο Θεός που έγινε άνθρωπος, υπάρχει ο Ιησούς Χριστός: Μεταξύ του Θεού και του πλησίον, τώρα πια υπάρχει ο Λόγος που έγινε σάρκα και επανένωση τα δυο άκρα σε ένα μόνο πρόσωπο. Τώρα πια σ’ αυτόν βρίσκει το θεμέλιό της η ίδια η αγάπη του πλησίον: «Το έχετε κάνει σ’εμένα».
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την αγάπη του Θεού; Ότι το πρωταρχικό αντικείμενο του έρωτά μας, της αναζήτησής μας, της επιθυμίας, της έλξης, του πάθους, πρέπει να είναι ο Χριστός. «Στον Σωτήρα έχει προκαθοριστεί από μιας αρχής η ανθρώπινη αγάπη, ως το πρότυπό της και ο σκοπός της, ως μια κοσμηματοθήκη τόσο μεγάλη και πλατιά που να μπορεί να δεχθεί τον Θεό (…). Η επιθυμία της ψυχής θα πρέπει να στρέφεται μόνο στον Χριστό. Σ’ αυτόν είναι ο τόπος της ανάπαυσής της, γιατί Αυτός μόνο είναι το καλό, η αλήθεια και κάθε τι που εμπνέει αγάπη» . Αντηχεί πάντοτε και παντού μέσα την μοναστική πνευματικότητα το ρητό του αγίου Βενέδικτου: «Τίποτε απολύτως να μην προτάσσουμε στην αγάπη του Χριστού.
Τούτο δεν σημαίνει ότι περιορίζουμε τον ορίζοντα της χριστιανικής αγάπης από τον Θεό στον Χριστό. Σημαίνει ότι αγαπούμε τον Θεό με τον τρόπο που ο ‘Ίδιος θέλει να τον αγαπούμε. « Ο Θεός σας αγαπά επειδή εσείς με αγαπάτε» (Ιω. 16,27). Δεν πρόκειται για έμμεση αγάπη, σχεδόν μέσω πληρεξούσιου, δια της οποίας όποιος αγαπά τον Ιησού είναι σαν να αγαπά τον Πατέρα. Όχι, ο Ιησούς είναι ένας άμεσος μεσολαβητής. Αγαπώντας Αυτόν, αγαπούμε ταυτόχρονα και τον Πατέρα. «Όποιος βλέπει εμένα, βλέπει τον Πατέρα», όποιος αγαπά εμένα αγαπά τον Πατέρα.
Είναι αλήθεια πως ούτε ο Χριστός φαίνεται, αλλά υπάρχει. Είναι αναστημένος, είναι ζωντανός, είναι πραγματικά πιο κοντά μας από όσο ο ερωτευμένος σύζυγος είναι κοντά στη σύζυγό του. Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: να σκεφτόμαστε τον Χριστό όχι σαν ένα πρόσωπο του παρελθόντος, αλλά ως τον αναστημένο και ζωντανό Κύριο, με τον οποίο μπορώ να μιλώ, μπορώ να ασπαστώ αν το θέλω, με τη σιγουριά ότι ο ασπασμός μου δεν τερματίζει στο χαρτί ή στο ξύλο ενός σταυρωμένου, αλλά στο πρόσωπο και στα χείλη ζωντανής σάρκας (αν και πνευματοποιημένης), που δέχονται με χαρά τον ασπασμό μου.
Η ομορφιά και η πληρότητα της αφιερωμένης ζωής εξαρτάται από την ποιότητα της αγάπης μας για τον Χριστό. Μόνο αυτή είναι ικανή να μας προφυλάξει από τις παρεκκλίσεις της καρδιάς. Ο Ιησούς είναι ο τέλειος άνθρωπος. Σ’ αυτόν υπάρχουν, σε βαθμό απείρως ανώτερο, όλες εκείνες οι αξίες και οι φροντίδες που ένας άνδρας αναζητεί σε μια γυναίκα και μια γυναίκα στον άνδρα. Η αγάπη του Χριστού δεν μας απαλλάσσει αναγκαστικά από την γοητεία των πλασμάτων και ιδιαίτερα από την έλξη του άλλου φύλου (τούτο είναι μέρος της φύσης μας που ο ίδιος ο Θεός έπλασε και δεν θέλει να καταστρέψει). Μας δίνει όμως τη δύναμη να νικούμε αυτή την έλξη με μια δυνατότερη έλξη. «Αγνός – γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας – είναι αυτός που διώχνει τον έρωτα με τον Έρωτα.
Καταστρέφουν άραγε όλα αυτά την δωρεάν αγάπη, θέλοντας να ανταποδώσουμε στον Θεό κάτι, σε αντάλλαγμα της καρδιάς του; Ακυρώνουν τη χάρη, όπως πιστεύει ο Nygren; Κατά κανένα τρόπο, απεναντίας την αναδεικνύει. Τι δίνουμε πράγματι δι’ αυτού του τρόπου στον Θεό, παρά αυτό που λάβαμε από Αυτόν; «Εμείς αγαπούμε διότι Εκείνος πρώτος μας αγάπησε» (Α! Ιω. 4,19). Η αγάπη που δίνουμε στον Χριστό είναι η ίδια η δική του αγάπη για μας, την οποία του επιστρέφουμε, όπως κάνει η ηχώ με τη φωνή.
Πού είναι λοιπόν η καινοτομία και η ομορφιά αυτής της αγάπης που ονομάζουμε έρωτα; Η ηχώ επιστρέφει στον Θεό την ίδια τη δική του αγάπη, αλλά εμπλουτισμένη, χρωματισμένη ή αρωματισμένη από την ελευθερία μας. Και είναι όλο αυτό που θέλει ο Θεός. Η ελευθερία μας ξεπληρώνει τα πάντα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, πράγμα ανήκουστο, γράφει ο N. Cabasilas: λαβαίνοντας από εμάς τη δωρεά της αγάπης, σε αντάλλαγμα για όλα αυτά που μας έδωσε, θεωρεί τον εαυτό του οφειλέτη μας» . Η θέση που αντιτάσσει τον έρωτα και την αγάπη βασίζεται σε μια άλλη, πολύ γνωστή αντίθεση, αυτή της χάρης και της ελευθερίας και μάλιστα βασίζεται στην ίδια την άρνηση της ελευθερίας του ανθρώπου που έχει εκπέσει (σκλαβωμένη θέληση).
Προσπάθησα να φανταστώ, σεβαστοί Πατέρες και αδελφοί, τι θα έλεγε ο αναστημένος Ιησούς, αν, - όπως έκανε κατά την επίγεια ζωή του όταν έμπαινε σε μια συναγωγή -, ερχόταν τώρα να σταθεί εδώ στη θέση μου για να μας εξηγήσει ο ίδιος προσωπικά ποια είναι η αγάπη που θα επιθυμούσε από εμάς. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας, με απλότητα, αυτό που πιστεύω ότι θα έλεγε. Θα μας χρησιμεύσει για να κάνουμε τη δική μας εξέταση συνειδήσεως πάνω στην αγάπη.
Ο Ιησούς θα μας έλεγε: Φλογερή αγάπη είναι:
Να με βάζεις πάντοτε στην πρώτη θέση.
Να προσπαθείς να με ευχαριστείς την κάθε σου στιγμή.
Να αντιπαραβάλλεις τις επιθυμίες σου με τη δική μου επιθυμία.
Να ζεις ενώπιόν μου ως φίλος, έμπιστος, σύζυγος και να νοιώθεις γι’ αυτό ευτυχισμένος.
Να ανησυχείς αν σκέπτεσαι να μείνεις για λίγο μακριά μου.
Να είσαι γεμάτος ευτυχία όταν είμαι μαζί σου.
Να προτιμάς να ζεις μαζί μου φτωχός και άγνωστος, παρά πλούσιος κι διάσημος χωρίς εμένα.
Να μου μιλάς ως τον πιο αγαπημένο φίλο κάθε στιγμή.
Να έχεις εμπιστοσύνη σε μένα όταν κοιτάζεις το μέλλον.
Να θέλεις να χάνεσαι σ’ εμένα ως τον σκοπό της ύπαρξής σου.
Αν σεβαστοί Πατέρες, αδελφοί και αδελφές, φαίνεται σ’ εσάς, όπως και σ’ εμένα, ότι είμαστε ακόμα μακριά από αυτό τον στόχο, ας μην αποθαρρυνόμαστε. Έχουμε Κάποιον, που μπορεί να μας βοηθήσει να φθάσουμε σ’ αυτό τον στόχο, αν του το ζητήσουμε. Ας απευθυνόμαστε με πίστη στο Άγιο Πνεύμα με την σύντομη προσευχή: «Έλα, Πνεύμα άγιο, γέμισε τις καρδιές των πιστών σου και άναψε σ΄αυτούς τη φωτιά της αγάπης σου».
Padre Cantalamessa
Για την Ελληνική απόδοση:
Ένας τομέας τον οποίο η εκκοσμίκευση επηρεάζει ευρύτατα και ολέθρια, είναι ο τομέας της αγάπης. Η εκκοσμίκευση της αγάπης συνίσταται στην απόσπαση της ανθρώπινης αγάπης, σε όλες τις μορφές της, από τον Θεό, ανάγοντάς την σε κάτι το εντελώς «κοσμικό», όπου ο Θεός δεν έχει καμιά θέση και μάλιστα είναι εμπόδιο.
Αλλά το θέμα της αγάπης δεν είναι σημαντικό αποκλειστικά για τον ευαγγελισμό, δηλαδή στη σχέση με τον κόσμο. Είναι σημαντικό επίσης και πριν απόλα, για την εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, για την αγιοσύνη των μελών της. Σε αυτή την προοπτική τοποθετείται και η εγκύκλιος «ο Θεός είναι αγάπη» του αγίου Πατέρα Βενέδικτου 16ου, στην οποία τοποθετούμαστε και εμείς στους παρακάτω στοχασμούς.
Η αγάπη υποφέρει από ένα ολέθριο διαχωρισμό όχι μόνο στην νοοτροπία του εκκοσμικευμένου κόσμου. Αλλά και, στην απέναντι πλευρά, ανάμεσα στους πιστούς και ιδιαίτερα ανάμεσα στα αφιερωμένα πρόσωπα. Απλοποιώντας στο μέγιστο βαθμό, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την κατάσταση ως εξής: βρίσκουμε στον κόσμο ένα έρωτα χωρίς αγάπη, ενώ ανάμεσα στους πιστούς βρίσκουμε συχνά μια αγάπη χωρίς έρωτα.
Ο έρωτας χωρίς αγάπη, είναι μια αγάπη ρομαντική, και συχνά τόσο παθιασμένη που μπορεί να φθάσει μέχρι τη βία. Μια αγάπη κτητική που μοιραία ανάγει τον άλλο αντικείμενο της ηδονής του αγνοώντας κάθε διάσταση θυσίας, πιστότητας, και δωρεάς του εαυτού. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στην περιγραφή αυτής της αγάπης αφού είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουμε κάτω από τα μάτια μας και η οποία προβάλλεται διαρκώς υπό μορφή σφυροκοπημάτων μέσα από τα μυθιστορήματα, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, το διαδίκτυο, τα λεγόμενα «ροζ» περιοδικά. Είναι αυτό που στην κοινή διάλεκτο, τώρα πια ο κόσμος εννοεί με τον όρο «έρωτα».
Είναι πιο χρήσιμο για μας να καταλάβουμε τι σημαίνει αγάπη χωρίς έρωτα. Στη μουσική υπάρχει μια διάκριση που μπορεί να μας βοηθήσει να πάρουμε μια ιδέα: η διάκριση μεταξύ της «θερμής» και της «ψυχρής» τζαζ μουσικής. Κάπου έχω διαβάσει αυτό τον χαρακτηρισμό των δυο ειδών, έστω και αν δεν είναι ο μοναδικός. Η «θερμή» τζαζ είναι γεμάτη από πάθος, φλόγα, εκφραστικότητα, οίστρο, συναισθήματα και επομένως από πενιές και αυτοσχεδιασμούς πρωτότυπους. Η «ψυχρή» τζαζ, είναι αυτή που προκύπτει όταν περνάμε στον επαγγελματισμό. Τα συναισθήματα επαναλαμβάνονται, ο οίστρος αντικαθίσταται από την τεχνική, ο αυθορμητισμός από την δεξιοτεχνία, λειτουργούμε περισσότερο με τον εγκέφαλο παρά με την καρδιά.
Αποδεχόμενοι αυτή τη διάκριση, η αγάπη χωρίς έρωτα μας φαίνεται «μια αγάπη ψυχρή», μια αγάπη «επιδερμική», που επιβάλλεται περισσότερο από τη θέληση παρά από τη διάθεση της καρδιάς. Μια αγάπη που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο μοντέλο αντί να δημιουργεί το δικό της ανεπανάληπτο μοντέλο, όπως είναι ανεπανάληπτο ενώπιον του Θεού κάθε ανθρώπινο ον. Οι πράξεις αγάπης που απευθύνονται στον Θεό μοιάζουν, σε αυτή την περίπτωση, με αυτές ορισμένων στερημένων ερωτευμένων που γράφουν ερωτικές επιστολές στην αγαπημένη, τις οποίες αντιγράφουν από κάποιο «οδηγό παρόμοιων τυποποιημένων επιστολών».
Αν ο κοσμικός έρωτας είναι ένα σώμα χωρίς ψυχή, η θρησκευτική αγάπη που εφαρμόζεται δι’αυτού του τρόπου, είναι μια ψυχή χωρίς σώμα. Το ανθρώπινο ον δεν είναι ένας άγγελος, δηλαδή καθαρό πνεύμα, είναι ψυχή και σώμα ενωμένα ουσιαστικά. Όλα όσα κάνει, συμπεριλαμβανομένης της αγάπης, πρέπει να αντανακλούν αυτή τη δομή του. Αν τα στοιχεία που είναι συνδεδεμένα με το συναίσθημα και την καρδιά απωθούνται ή καταστέλλονται συστηματικά, το αποτέλεσμα θα είναι διττό: ή προχωρούμε βαριεστημένα μπροστά, από αίσθηση του καθήκοντος και για να διαφυλάξουμε την εικόνα μας, είτε καταφεύγουμε σε αντισταθμίσματα λίγο ως πολύ νόμιμα, μέχρι τις οδυνηρότατες περιπτώσεις που γνωρίζουμε πολύ καλά. Στο βάθος πολλών ηθικών παρεκτροπών αφιερωμένων προσώπων, δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, υπάρχει μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της αγάπης.
Έχουμε λοιπόν ένα διπλό κίνητρο και μια διπλή επείγουσα ανάγκη να ανακαλύψουμε εκ νέου την αγάπη στην πρωταρχική της ενότητα. Η αληθινή και ολοκληρωμένη αγάπη, είναι ένα μαργαριτάρι που περικλείεται μέσα σε δυο δικλείδες: τον έρωτα και την αγάπη. Οι δυο αυτές διαστάσεις της αγάπης δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς να την καταστρέψουμε, όπως δεν μπορούν να χωριστούν μεταξύ τους το υδρογόνο και το οξυγόνο χωρίς να στερηθούμε το νερό.
2. Η θέση του ασυμβίβαστου μεταξύ των δυο ειδών αγάπης (του έρωτα και της αγάπης).
Η πιο σημαντική συμφιλίωση μεταξύ των δυο διαστάσεων της αγάπης είναι αυτή που αναφέρεται στην πρακτική που εφαρμόζεται στη ζωή των προσώπων, αλλά ακριβώς για να καταστεί αυτή δυνατή, είναι απαραίτητο να αρχίσουμε να συμφιλιώνουμε μεταξύ τους τον έρωτα και την αγάπη και στο θεωρητικό επίπεδο της διδασκαλίας. Τούτο θα μας επιτρέψει να γνωρίσουμε επιτέλους τι σημαίνουν οι τόσο χρησιμοποιημένοι και παρεξηγημένοι δυο αυτοί όροι.
Η σπουδαιότητα του ζητήματος γεννιέται από το γεγονός ότι υπάρχει ένα έργο που κατέστησε γνωστότατη σε όλο τον χριστιανικό κόσμο την αντίθετη θέση, αυτή δηλαδή του ασυμβίβαστου μεταξύ των δυο μορφών αγάπης. Πρόκειται για το βιβλίο του Λουθηρανού Σουηδού θεολόγου Anders Nygren, υπό τον τίτλο «Έρωτας και Αγάπη». Μπορούμε να συνοψίσουμε τη σκέψη του με αυτά τα λόγια: Ο Έρωτας και η Αγάπη, ορίζουν δυο αντίθετες κατευθύνσεις: ο πρώτος, άνοδο και ανηφόρα του ανθρώπου προς τον Θεό, ως δικό του καλό και δική του πηγή. Η δεύτερη, κάθοδο του Θεού προς τον άνθρωπο με την ενσάρκωση και το σταυρό του Χριστού: συνεπώς, τη σωτηρία που προσφέρεται στον άνθρωπο χωρίς να την έχει κερδίσει και χωρίς άλλη απάντηση από μέρους του, παρά μόνο την πίστη. Η Καινή Διαθήκη έχει κάνει μια συγκεκριμένη επιλογή για να εκφράσει την αγάπη, χρησιμοποιώντας τον όρο αγάπη και απορρίπτοντας συστηματικά τον όρο έρωτα.
Αυτός που υιοθέτησε και διατύπωσε με περισσότερη καθαρότητα αυτή τη διδασκαλία της αγάπης είναι ο άγιος Παύλος. Μετά από αυτόν, σύμφωνα πάντοτε με τη θέση του Nygren, αυτή η ριζική αντίθεση χάθηκε σχεδόν αμέσως για να δώσει τη θέση της σε προσπάθειες σύνθεσης. Ευθύς ως ο χριστιανισμός έρχεται σε πολιτιστική επαφή με τον κόσμο των Ελλήνων και την Πλατωνική θεώρηση, ήδη από τον Ωριγένη, γίνεται μια επανεκτίμηση του έρωτα, ως ανοδική κίνηση της ψυχής προς το καλό, ως παγκόσμια έλξη που ασκείται από το κάλλος και το θείο. Σε αυτή τη γραμμή ο Ψευδο-Διονύσης Αρεοπαγίτης θα γράψει ότι ο «Θεός είναι έρωτας» , υποκαθιστώντας με αυτό τον όρο, αυτόν της αγάπης της περίφημης φράσης του Ιωάννη (Α! Ιω. 4,10).
Στη Δύση μια ανάλογη σύνθεση, πραγματοποιήθηκε από τον Αυγουστίνο με τη διδασκαλία του για την αγάπη (caritas) εννοούμενη ως διδασκαλία της καθοδικής και δωρεάν αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο (κανείς δεν μίλησε για τη «χάρη» με τόσο αποφασιστικό τρόπο όσο αυτός), αλλά και ως πόθο του ανθρώπου για το καλό και τον Θεό. Δική του είναι η φράση: «Μας έκανες για σένα ω Θεέ, και ανήσυχη είναι η καρδιά μας έως ότου αναπαυθεί σε σένα» . Δική του είναι επίσης η εικόνα της αγάπης ως ένα βάρος που το τραβά η ψυχή, όπως συμβαίνει με τη δύναμη της βαρύτητας, προς τον Θεό, ως τον τόπο της ανάπαυσής της και της ευχαρίστησής της. Όλα αυτά, εισάγουν ένα στοιχείο αγάπης του εαυτού, αγάπης του προσωπικού καλού, επομένως εγωισμού, που καταστρέφει την απόλυτη δωρεά της χάρης. Είναι μια νέα πτώση στην ειδωλολατρική ψευδαίσθηση που θεωρεί την σωτηρία ως μια άνοδο προς τον Θεό, και όχι δωρεά και αναιτιολόγητη κάθοδο του Θεού προς εμάς.
Όμηροι αυτής της ανέφικτης σύνθεσης μεταξύ έρωτα και αγάπης, μεταξύ αγάπης του Θεού και αγάπης του εαυτού, σύμφωνα με τον Nygren είναι: Ο άγιος Βερνάρδος όταν ορίζει τον ύψιστο βαθμό της αγάπης του Θεού ως μια «αγάπη για τον Θεό τον ίδιο» και μια «αγάπη του εαυτού για τον Θεό». Ό άγιος Βοναβεντούρας, με την ανοδική του «Διαδρομή του νου στον Θεό», καθώς επίσης και ο άγιος Θωμάς ο Ακινάτης που ορίζει την αγάπη του Θεού που σκόρπισε στην καρδιά του βαπτισμένου (βλ. Ρωμ. 5,5) ως « την αγάπη με την οποία ο Θεός μας αγαπά και δια της οποίας μας κάνει να Τον αγαπούμε» (amor quo ipse nos diligit et quo ipse nos dilectores sui facit” . Πράγματι, αυτό θα σήμαινε ότι ο άνθρωπος που αγαπιέται από τον Θεό, μπορεί με τη σειρά του να αγαπά τον Θεό, να του δίνει κάτι δικό του, πράγμα που θα κατάστρεφε την απόλυτη δωρεά της αγάπης του Θεού. Η ίδια παρέκκλιση συμβαίνει, σύμφωνα με τον Nygren, με τον μυστικισμό της καθολικής Εκκλησίας. Η αγάπη των μυστικιστών, με την ισχυρότατη φόρτιση έρωτα, δεν είναι άλλο παρά ένας εξυψωμένος αισθησιακός έρωτας, μια προσπάθεια να αποκατασταθεί μια αλαζονική σχέση αμοιβαίας αγάπης με τον Θεό.
Αυτός που έβαλε τέλος στην ασάφεια και επανάφερε στο φως τη σαφή Παύλεια αντίθεση είναι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Λούθηρος. Στηρίζοντας τη δικαίωση μόνο πάνω στην πίστη, αυτός δεν απέκλεισε την αγάπη που θεμελιώνει τη χριστιανική ζωή, όπως του προσάπτει η θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας. Μάλλον ελευθέρωσε την αγάπη, από το θολό στοιχείο του έρωτα. Στην διατύπωση «μόνο πίστη», αποκλείοντας τα έργα, αντιστοιχεί στον Λούθηρο η διατύπωση «μόνο αγάπη» αποκλείοντας τον έρωτα.
Δεν ανήκει σε μένα να καθορίσω αν ο συγγραφέας ερμήνευσε σωστά τη σκέψη του Λουθήρου πάνω στο σημείο αυτό. Αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι ποτέ δεν έθεσε το πρόβλημα με όρους αντίθεσης μεταξύ έρωτα και αγάπης, όπως πράγματι έκανε μεταξύ πίστης και έργων. Ωστόσο έχει τη σημασία του το γεγονός ότι και ο Karl Barth, σε ένα Κεφάλαιο του έργου του « Εκκλησιαστικό δράμα», καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον Nygren για την αγεφύρωτη αντίθεση μεταξύ έρωτα και αγάπης: «Γράφει: όπου έρχεται στο προσκήνιο η χριστιανική αγάπη, αρχίζει αμέσως η σύγκρουση με την άλλη αγάπη και η σύγκρουση αυτή δεν έχει πια τέλος» . Είμαστε στην καρδιά τη διαλεκτικής θεολογίας, της θεολογίας του είτε είτε, της αντίθεσης με κάθε κόστος.
Ο αντίκτυπος αυτής της τοποθέτησης είναι η πλήρης κοσμικοποίηση και εκκοσμίκευση του έρωτα. Πράγματι, ενώ μια κάποια θεολογία έδιωχνε τον έρωτα από την αγάπη, η κοσμική κουλτούρα, από την πλευρά της, ήταν ευτυχής να κάνει το αντίθετο, διώχνοντας την αγάπη από τον έρωτα, δηλαδή κάθε αναφορά στον Θεό και στη χάρη της ανθρώπινης αγάπης. Ο Φρόιντ έφθασε μέχρι το τέρμα στη γραμμή αυτή, ανάγοντας την αγάπη στον έρωτα και τον έρωτα στην libido, στην καθαρή σεξουαλική ορμή. Είναι το στάδιο στο οποίο κατάντησε σήμερα η αγάπη σε πολλές εκδηλώσεις της ζωής και της κουλτούρας, και πάνω απόλα στον κόσμο του θεάματος.
Προ διετίας βρέθηκα στην Μαδρίτη. Οι εφημερίδες δεν έκαναν άλλο από το να μιλάνε για μια κάποια έκθεση που βρισκόταν σε εξέλιξη στην πόλη υπό τον τίτλο: «Τα δάκρυα του έρωτα». Ήταν μια έκθεση καλλιτεχνικών έργων με φόντο ερωτικό. – πίνακες, σχέδια, γλυπτά, - που στόχευε να προβάλλει τον αδιαχώριστο δεσμό που υπάρχει στην εμπειρία του μοντέρνου ανθρώπου, μεταξύ έρωτα και θανάτου. Στην ίδια διαπίστωση φθάνει κανείς διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Tα άνθη του κακού του Baudelaire” η «Ένα διάστημα στην κόλαση» του Rimbaud. Η αγάπη, που από τη φύση της θα έπρεπε να οδηγεί στη ζωή, εντούτοις τώρα πια οδηγεί στον θάνατο.
3. Επιστροφή στη σύνθεση
Αν δεν μπορούμε με μιας να αλλάξουμε την ιδέα που έχει ο κόσμος για τον έρωτα, μπορούμε ωστόσο να διορθώσουμε τη θεολογική θεώρηση η οποία – σίγουρα χωρίς να το θέλει – την ευνοεί και την νομιμοποιεί. Αυτό κάνει, με υποδειγματικό τρόπο, ο Άγιος Πατέρας Βενέδικτος 16ος, δια της Εγκυκλίου «ο Θεός είναι αγάπη». Επιβεβαιώνει ξανά την παραδοσιακή σύνθεση της Καθολικής Εκκλησίας εκφράζοντάς την με όρους της εποχής μας. «Ο έρωτας και η αγάπη», διαβάζουμε στην Εγκύκλιο, - αγάπη ανοδική και αγάπη καθοδική – ποτέ δεν χωρίζονται πλήρως η μια από την άλλη (…). Η βιβλική πίστη δεν οικοδομεί έναν κόσμο παράλληλο ή αντίθετο προς το πρωταρχικό ανθρώπινο φαινόμενο που είναι ο έρωτας, αλλά αποδέχεται την ολότητα του ανθρώπου παρεμβαίνοντας στην αναζήτησή του της αγάπης για να την εξαγνίσει ανοίγοντάς του ταυτόχρονα νέες διαστάσεις» (αρ. 7-8). Ο έρωτας και η αγάπη, είναι ενωμένοι στην ίδια την πηγή της αγάπης που είναι ο Θεός. «Ο Θεός αγαπά – συνεχίζει η Εγκύκλιος – και η αγάπη αυτή μπορεί με βεβαιότητα να χαρακτηριστεί ως έρωτας, που ωστόσο είναι επίσης απόλυτη αγάπη» (αρ. 9).
Έτσι γίνεται κατανοητή η ασυνήθιστα θερμή και ευρύτατη υποδοχή αυτού του ποντιφικού ντοκουμέντου ακόμα και από τα πιο ανοικτά και υπεύθυνα λαϊκά περιβάλλοντα. Έτσι η Εγκύκλιος δίνει μια ελπίδα στον κόσμο. Διορθώνει την εικόνα μιας πίστης που αγγίζει τον κόσμο περιφερειακά χωρίς να εισχωρεί μέσα σ΄αυτόν, δια της ευαγγελικής εικόνας του προζυμιού που φουσκώνει όλη τη μάζα. Αντικαθιστά την ιδέα μιας βασιλείας του Θεού που ήρθε «να κρίνει» τον κόσμο με εκείνη της βασιλείας του Θεού που ήρθε να «σώσει» τον κόσμο, αρχίζοντας από τον έρωτα που είναι η κυρίαρχη δύναμή του.
Η θεώρηση της Καθολικής Εκκλησίας, που στο σημείο αυτού συμπίπτει με την Ορθόδοξη , μπορεί να επιβεβαιωθεί και από την πλευρά της εξηγητικής. Αυτοί που υποστηρίζουν τη θέση του ασυμβίβαστου μεταξύ έρωτα και αγάπης, βασίζονται στο γεγονός ότι, η Καινή Διαθήκη αποφεύγει επιμελώς – και φαίνεται εσκεμμένα – τον όρο έρωτα, χρησιμοποιώντας αντ΄αυτού, πάντοτε και μόνο, τον όρο αγάπη (εκτός κάποιας σπάνιας χρησιμοποίησης του όρου φιλία που δείχνει την φιλική αγάπη).
Το γεγονός είναι αληθές, αλλά δεν είναι αληθινά τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτό. Υποτίθεται ότι οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης είναι ενήμεροι τόσο της έννοιας που ο όρος έρωτας είχε στην κοινή διάλεκτο – ο λεγόμενος «κοινός ή χυδαίος» έρωτας – όσο και της υψηλής και φιλοσοφικής έννοιας που είχε π.χ. στον Πλάτωνα, ο ονομαζόμενος «ευγενής» έρωτας. Κατά την άποψη του τότε κόσμου, ο έρωτας σήμαινε αυτό που, λίγο ως πολύ, σημαίνει και σήμερα όταν γίνεται λόγος για ερωτισμό ή για ερωτικές ταινίες, δηλαδή την ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου περισσότερο με υποβάθμιση παρά με αναβάθμιση του έρωτα. Κατά την ευγενή αποδοχή, ο έρωτας σήμαινε την αγάπη για το κάλλος, τη δύναμη που συγκρατεί τον κόσμο και ωθεί όλα τα όντα στην ενότητα, δηλαδή στην κίνηση της ανόδου προς το θείο, που οι διαλεκτικοί θεολόγοι θεωρούν ασυμβίβαστη με την καθοδική κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς πως οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, που απευθύνονταν σε απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους, είχαν σκοπό να τους προφυλάξουν από τον «ευγενή» έρωτα του Πλάτωνα. Αυτοί απέφυγαν τον όρο «έρωτα», για τον ίδιο λόγο που ένας ιεροκήρυκας αποφεύγει σήμερα τον ερωτικό αυτό όρο. Και αν τον χρησιμοποιεί, το κάνει μόνο για την αρνητική του πλευρά. Η αιτία, τότε και σήμερα, είναι, ότι ο όρος αυτός δηλώνει τον έρωτα στην πιο εγωιστική και αισθησιακή του μορφή . Η δυσπιστία των πρώτων χριστιανών απέναντι στον έρωτα, ήταν επιπλέον επιβαρυμένη από τον ρόλο που αυτός κατείχε στις ξέφρενες διονυσιακές λατρείες.
Από τη στιγμή που ο χριστιανισμός έρχεται σε επαφή και διάλογο με την Ελληνική κουλτούρα της εποχής, διακόπτεται αμέσως, καθώς ήδη είδαμε, κάθε αποκλεισμός του έρωτα. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά από τους Έλληνες συγγραφείς ως συνώνυμο της αγάπης και εκφράζει την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο αλλά επίσης και την αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό, την αγάπη για τις αρετές και για κάθε ωραίο πράγμα. Για να πειστεί κανείς περί αυτού, αρκεί να ρίξει μια απλή ματιά στο «Ελληνικό Πατριστικό Λεξικό» του Lampe . Επομένως η θέση του Nygren και του Barth, συνιστά ένα σύστημα που οικοδομήθηκε πάνω σε μια εσφαλμένη εφαρμογή του ονομαζόμενου «ex silentio» (λόγω αποσιώπησης) επιχειρήματος.
4. Ένας έρωτας για τα αφιερωμένα πρόσωπα
Η αναβάθμιση του έρωτα βοηθάει πριν απόλα τους ερωτευμένους ανθρώπους και τους χριστιανούς συζύγους, παρουσιάζοντας την ομορφιά και την αξιοπρέπεια της αγάπης που τους ενώνει. Βοηθάει τους νέους να δοκιμάσουν τη γοητεία του άλλου φύλου όχι σαν κάτι το σκοτεινό που πρέπει να βιωθεί έχοντας ως προκάλυμμα τον Θεό, αλλά αντίθετα ως μια δωρεά του Δημιουργού για να τη χαίρονται εφόσον τη ζουν σύμφωνα με την τάξη που ο Ίδιος θέλησε. Για τη θετική αυτή λειτουργία του έρωτα πάνω στην ανθρώπινη αγάπη, αναφέρεται και ο πάπας στην Εγκύκλιό του, όταν μιλά για την πορεία κάθαρσης του έρωτα που οδηγεί από την προσωρινή γοητεία στην «παντοτινή» του γάμου (αρ.4-5).
Αλλά η αναβάθμιση του έρωτα πρέπει να βοηθήσει και εμάς τους αφιερωμένους, άνδρες και γυναίκες. Αναφέρθηκα στην αρχή στον κίνδυνο που διατρέχουν οι ψυχές των αφιερωμένων προσώπων, που είναι η ψυχρή αγάπη, η οποία δεν κατεβαίνει ποτέ από τον νου στην καρδιά. Ένας χειμερινός ήλιος που φωτίζει αλλά δεν θερμαίνει. Αν ο έρωτας σημαίνει ορμή, επιθυμία, έλξη, δεν πρέπει να φοβόμαστε τα συναισθήματα, και ακόμα χειρότερα να τα περιφρονούμε και να τα καταστέλλουμε. Όταν πρόκειται για την αγάπη του Θεού – έγραφε ο Guglielmo di St. Thierry – το συναίσθημα της στοργής (affectio), είναι και αυτό χάρη. Πράγματι, η φύση δεν μπορεί να μας εμφυσήσει παρόμοιο συναίσθημα .
Οι Ψαλμοί είναι γεμάτοι από αυτή τη λαχτάρα για τον Θεό: «Σ’ εσένα Κύριε υψώνω την ψυχή μου…», «Η ψυχή μου διψά για τον Θεό, τον ζωντανό Θεό». «Δώσε λοιπόν προσοχή – λέει ο συγγραφέας της «Νεφέλης της μη γνώσης» - σ’ αυτό το θαυμαστό έργο της χάρης στην ψυχή σου. Αυτό δεν είναι παρά μια ξαφνική ώθηση που παρουσιάζεται χωρίς καμιά προειδοποίηση και οδηγεί κατευθείαν στον Θεό, σαν μια σπίθα που ελευθερώνεται από τη φωτιά… Χτύπησε αυτή την πυκνή νεφέλη της μη γνώσης με το ακονισμένο βέλος της επιθυμίας για αγάπη και μη κινηθείς από εκεί, οτιδήποτε και αν συμβεί». Αρκεί γι’ αυτό, μια σκέψη, μια κίνηση της καρδιάς, μια σύντομη προσευχή.
Αλλά όλα αυτά δεν αρκούν και τούτο ο Θεός το ξέρει καλύτερα από μας. Είμαστε πλάσματα, ζούμε στο χρόνο και μέσα σε ένα σώμα. Έχουμε ανάγκη από μια οθόνη πάνω στην οποία να προβάλλουμε την αγάπη μας που να μην είναι μόνο «η νεφέλη της μη γνώσης», δηλαδή το κάλυμμα πίσω από το οποίο κρύβεται ο Θεός που ποτέ κανείς δεν είδε και ο οποίος κατοικεί μέσα σε ένα απρόσιτο φως…
Γνωρίζουμε καλά την απάντηση που δίνεται στην ερώτηση αυτή: ακριβώς γι’ αυτό ο Θεός μας έδωσε τον πλησίον: για να τον αγαπούμε! «Κανένας δεν είδε ποτέ τον Θεό. Αν αγαπάμε ο ένας τον άλλο, ο Θεός μένει σ’ εμάς και η αγάπη του έχει ολοκληρωθεί μέσα μας… Όποιος δεν αγαπά τον αδελφό του που βλέπει, δεν μπορεί να αγαπά τον Θεό που δεν βλέπει» (Α! Ιω. 4,12.20). Ωστόσο οφείλουμε να προσέξουμε ώστε να μην υπερπηδήσουμε τον καθοριστικό κρίκο. Πριν από τον αδελφό που φαίνεται, υπάρχει κάποιος άλλος που επίσης μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε: υπάρχει ο Θεός που έγινε άνθρωπος, υπάρχει ο Ιησούς Χριστός: Μεταξύ του Θεού και του πλησίον, τώρα πια υπάρχει ο Λόγος που έγινε σάρκα και επανένωση τα δυο άκρα σε ένα μόνο πρόσωπο. Τώρα πια σ’ αυτόν βρίσκει το θεμέλιό της η ίδια η αγάπη του πλησίον: «Το έχετε κάνει σ’εμένα».
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την αγάπη του Θεού; Ότι το πρωταρχικό αντικείμενο του έρωτά μας, της αναζήτησής μας, της επιθυμίας, της έλξης, του πάθους, πρέπει να είναι ο Χριστός. «Στον Σωτήρα έχει προκαθοριστεί από μιας αρχής η ανθρώπινη αγάπη, ως το πρότυπό της και ο σκοπός της, ως μια κοσμηματοθήκη τόσο μεγάλη και πλατιά που να μπορεί να δεχθεί τον Θεό (…). Η επιθυμία της ψυχής θα πρέπει να στρέφεται μόνο στον Χριστό. Σ’ αυτόν είναι ο τόπος της ανάπαυσής της, γιατί Αυτός μόνο είναι το καλό, η αλήθεια και κάθε τι που εμπνέει αγάπη» . Αντηχεί πάντοτε και παντού μέσα την μοναστική πνευματικότητα το ρητό του αγίου Βενέδικτου: «Τίποτε απολύτως να μην προτάσσουμε στην αγάπη του Χριστού.
Τούτο δεν σημαίνει ότι περιορίζουμε τον ορίζοντα της χριστιανικής αγάπης από τον Θεό στον Χριστό. Σημαίνει ότι αγαπούμε τον Θεό με τον τρόπο που ο ‘Ίδιος θέλει να τον αγαπούμε. « Ο Θεός σας αγαπά επειδή εσείς με αγαπάτε» (Ιω. 16,27). Δεν πρόκειται για έμμεση αγάπη, σχεδόν μέσω πληρεξούσιου, δια της οποίας όποιος αγαπά τον Ιησού είναι σαν να αγαπά τον Πατέρα. Όχι, ο Ιησούς είναι ένας άμεσος μεσολαβητής. Αγαπώντας Αυτόν, αγαπούμε ταυτόχρονα και τον Πατέρα. «Όποιος βλέπει εμένα, βλέπει τον Πατέρα», όποιος αγαπά εμένα αγαπά τον Πατέρα.
Είναι αλήθεια πως ούτε ο Χριστός φαίνεται, αλλά υπάρχει. Είναι αναστημένος, είναι ζωντανός, είναι πραγματικά πιο κοντά μας από όσο ο ερωτευμένος σύζυγος είναι κοντά στη σύζυγό του. Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: να σκεφτόμαστε τον Χριστό όχι σαν ένα πρόσωπο του παρελθόντος, αλλά ως τον αναστημένο και ζωντανό Κύριο, με τον οποίο μπορώ να μιλώ, μπορώ να ασπαστώ αν το θέλω, με τη σιγουριά ότι ο ασπασμός μου δεν τερματίζει στο χαρτί ή στο ξύλο ενός σταυρωμένου, αλλά στο πρόσωπο και στα χείλη ζωντανής σάρκας (αν και πνευματοποιημένης), που δέχονται με χαρά τον ασπασμό μου.
Η ομορφιά και η πληρότητα της αφιερωμένης ζωής εξαρτάται από την ποιότητα της αγάπης μας για τον Χριστό. Μόνο αυτή είναι ικανή να μας προφυλάξει από τις παρεκκλίσεις της καρδιάς. Ο Ιησούς είναι ο τέλειος άνθρωπος. Σ’ αυτόν υπάρχουν, σε βαθμό απείρως ανώτερο, όλες εκείνες οι αξίες και οι φροντίδες που ένας άνδρας αναζητεί σε μια γυναίκα και μια γυναίκα στον άνδρα. Η αγάπη του Χριστού δεν μας απαλλάσσει αναγκαστικά από την γοητεία των πλασμάτων και ιδιαίτερα από την έλξη του άλλου φύλου (τούτο είναι μέρος της φύσης μας που ο ίδιος ο Θεός έπλασε και δεν θέλει να καταστρέψει). Μας δίνει όμως τη δύναμη να νικούμε αυτή την έλξη με μια δυνατότερη έλξη. «Αγνός – γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας – είναι αυτός που διώχνει τον έρωτα με τον Έρωτα.
Καταστρέφουν άραγε όλα αυτά την δωρεάν αγάπη, θέλοντας να ανταποδώσουμε στον Θεό κάτι, σε αντάλλαγμα της καρδιάς του; Ακυρώνουν τη χάρη, όπως πιστεύει ο Nygren; Κατά κανένα τρόπο, απεναντίας την αναδεικνύει. Τι δίνουμε πράγματι δι’ αυτού του τρόπου στον Θεό, παρά αυτό που λάβαμε από Αυτόν; «Εμείς αγαπούμε διότι Εκείνος πρώτος μας αγάπησε» (Α! Ιω. 4,19). Η αγάπη που δίνουμε στον Χριστό είναι η ίδια η δική του αγάπη για μας, την οποία του επιστρέφουμε, όπως κάνει η ηχώ με τη φωνή.
Πού είναι λοιπόν η καινοτομία και η ομορφιά αυτής της αγάπης που ονομάζουμε έρωτα; Η ηχώ επιστρέφει στον Θεό την ίδια τη δική του αγάπη, αλλά εμπλουτισμένη, χρωματισμένη ή αρωματισμένη από την ελευθερία μας. Και είναι όλο αυτό που θέλει ο Θεός. Η ελευθερία μας ξεπληρώνει τα πάντα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, πράγμα ανήκουστο, γράφει ο N. Cabasilas: λαβαίνοντας από εμάς τη δωρεά της αγάπης, σε αντάλλαγμα για όλα αυτά που μας έδωσε, θεωρεί τον εαυτό του οφειλέτη μας» . Η θέση που αντιτάσσει τον έρωτα και την αγάπη βασίζεται σε μια άλλη, πολύ γνωστή αντίθεση, αυτή της χάρης και της ελευθερίας και μάλιστα βασίζεται στην ίδια την άρνηση της ελευθερίας του ανθρώπου που έχει εκπέσει (σκλαβωμένη θέληση).
Προσπάθησα να φανταστώ, σεβαστοί Πατέρες και αδελφοί, τι θα έλεγε ο αναστημένος Ιησούς, αν, - όπως έκανε κατά την επίγεια ζωή του όταν έμπαινε σε μια συναγωγή -, ερχόταν τώρα να σταθεί εδώ στη θέση μου για να μας εξηγήσει ο ίδιος προσωπικά ποια είναι η αγάπη που θα επιθυμούσε από εμάς. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας, με απλότητα, αυτό που πιστεύω ότι θα έλεγε. Θα μας χρησιμεύσει για να κάνουμε τη δική μας εξέταση συνειδήσεως πάνω στην αγάπη.
Ο Ιησούς θα μας έλεγε: Φλογερή αγάπη είναι:
Να με βάζεις πάντοτε στην πρώτη θέση.
Να προσπαθείς να με ευχαριστείς την κάθε σου στιγμή.
Να αντιπαραβάλλεις τις επιθυμίες σου με τη δική μου επιθυμία.
Να ζεις ενώπιόν μου ως φίλος, έμπιστος, σύζυγος και να νοιώθεις γι’ αυτό ευτυχισμένος.
Να ανησυχείς αν σκέπτεσαι να μείνεις για λίγο μακριά μου.
Να είσαι γεμάτος ευτυχία όταν είμαι μαζί σου.
Να προτιμάς να ζεις μαζί μου φτωχός και άγνωστος, παρά πλούσιος κι διάσημος χωρίς εμένα.
Να μου μιλάς ως τον πιο αγαπημένο φίλο κάθε στιγμή.
Να έχεις εμπιστοσύνη σε μένα όταν κοιτάζεις το μέλλον.
Να θέλεις να χάνεσαι σ’ εμένα ως τον σκοπό της ύπαρξής σου.
Αν σεβαστοί Πατέρες, αδελφοί και αδελφές, φαίνεται σ’ εσάς, όπως και σ’ εμένα, ότι είμαστε ακόμα μακριά από αυτό τον στόχο, ας μην αποθαρρυνόμαστε. Έχουμε Κάποιον, που μπορεί να μας βοηθήσει να φθάσουμε σ’ αυτό τον στόχο, αν του το ζητήσουμε. Ας απευθυνόμαστε με πίστη στο Άγιο Πνεύμα με την σύντομη προσευχή: «Έλα, Πνεύμα άγιο, γέμισε τις καρδιές των πιστών σου και άναψε σ΄αυτούς τη φωτιά της αγάπης σου».
Padre Cantalamessa
Για την Ελληνική απόδοση:
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΣΤΟΝ 21ον ΑΙΩΝΑ
Ο Ισπανός Επίσκοπoς της Segovia σεβασμιώτατος Rubio Castro συνέταξε τον ακόλουθο «Δεκάλογο» του ιερέα του 21ου αιώνα. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό Ecclesia (13 Φεβρουαρίου 2010).
1. Ταύτιση με τον καλό ποιμένα Χριστό:
Μέσα στην Εκκλησία και για την Εκκλησία, οι πρεσβύτεροι είναι μυστηριακή εικόνα του Χριστού - ως οδηγού και ποιμένα. Ο Ιερέας είναι πρόσωπο που δέχτηκε το κάλεσμα του Θεού να αφιερωθεί στον Χριστό και να παρατείνει έτσι την σωστική αποστολή Tου ανάμεσα στους ανθρώπους- τα αδέλφια του. Είναι κάποιος που καλείται να αγαπά τους ανθρώπους όπως ο Ιησούς. Στο πρόσωπό του, οι άνθρωποι πρέπει να βλέπουν τον Χριστό, διότι διαφορετικά δεν θα Τον δουν. Οι πρεσβύτεροι οφείλουν να σκέπτονται, να ενεργούν και να ζουν όπως ο Ιησούς Χριστός.
2. Αγγελιοφόρος και κήρυκας του λόγου:
Εξ ονόματος του Χριστού ποιμένα, ο ιερέας παρουσιάζει στον σημερινό κόσμο την καλή αγγελία της Βασιλείας και την προσφέρει σε όλους τους ανθρώπους ως την αναμενόμενη απάντηση σε όλα τα ερωτήματα και τις προκλήσεις της ανθρώπινης καρδιάς. Είναι άνθρωπος που αποδέχεται, βιώνει και στρατεύεται με χαρά για το Ευαγγέλιο. Εξάλλου, δεν υπάρχει ευαγγελισμός παρά μόνο εκεί όπου βιώνεται το Ευαγγέλιο. Ο ιερέας πρέπει να είναι ικανός να διαβάζει, να ερμηνεύει και να διακρίνει την πραγματικότητα μέσα στην οποία είναι βυθισμένος.
3. Λειτουργός των ιερών μυστηρίων:
Ο ιερέας προσφέρει στον λαό του Θεού τη χάρη που αγιάζει τους ανθρώπους. Η τέλεση κάθε μυστηρίου είναι στιγμή χάρης, είναι γεγονός σωτηρίας, εμπειρία αγάπης του Θεού. Τα επτά μυστήρια συνοδεύουν την ανθρώπινη ζωή από την αρχή μέχρι το τέλος. Στην πορεία αυτή, η Ευχαριστία είναι η πηγή όλης της χριστιανικής ζωής και όλης της ζωής της Εκκλησίας, γι΄αυτό ο ιερέας τελεί το Μυστήριο αυτό κάθε μέρα,
4. Όργανο συμφιλίωσης:
Μέσα σε ένα κόσμο που γεννά όλο και περισσότερη βία και δημιουργεί ρήξεις και αντιθέσεις, ο ιερέας προσφέρεται ως υπηρέτης της συγχώρησης και της συμφιλίωσης. Το μυστήριο της Μετανοίας μας προσφέρει τη χαρά της συνάντησης με τον Κύριο. Ο ιερέας θα πρέπει να διαθέτει τον εαυτό του με χαρά στη διακονία αυτού του Μυστηρίου. Δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος, βλέποντας άδεια τα εξομολογητήρια. Είναι ανάγκη να παρουσιάσουμε τη μυστήριο της Μετανοίας ως απαίτηση της Ευχαριστιακής Θυσίας.
5. Υπηρέτης της αγάπης εν αληθεία:
Ο ιερέας πρέπει να καταστήσει παρούσα στη ζωή του την θυσιαστική προσφορά του Χριστού, με αντίστοιχη υποδειγματική ετοιμότητα για θυσίες, για διάθεση του χρόνου του και της υγείας του- μέχρι και της ζωής του. Η αγάπη απαιτεί την παρουσία του, την οποία ξεπερνά και συμπληρώνει σύμφωνα με τη λογική της προσφοράς και της συμφιλίωσης: ο καλός εφημέριος είναι πάντοτε διαθέσιμος να υπηρετήσει. Είναι άνθρωπος «αναλισκόμενος».. Δεν μπορεί ποτέ να πει «μέχρις εδώ, αρκεί». Η αγάπη δεν έχει όρια. Το μέτρο της αγάπης είναι η άπειρη σταυρική προσφορά του Χριστού για τη σωτηρία όλων.
6. Δημιουργός πνευματικότητας της εκκλησιαστικής κοινωνίας:
Η αποστολή του ιερέα είναι να εξασφαλίζει την ενότητα στην κοινότητα. Ο λόγος ύπαρξης του ιερατείου είναι να υπηρετεί την εκκλησιαστική κοινωνία με την ανά την οικουμένη Εκκλησία μέσω της τοπικής του Εκκλησίας και σε στενό δεσμό με το Πρεσβυτέριο της διοίκησης και τον Επίσκοπο, ο οποίος προΐσταται σε αυτήν. Η ενορία της οποίας ηγείται, προσφέρεται ως τόπος συνάντησης, υποδοχής και υπέρβασης των πολιτιστικών ή φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων και εμποδίων, επιδιώκοντας πάντοτε την ενότητα δια του δεσμού της αγάπης.
7. Μάρτυρας του ζωντανού Θεού:
Ο ιερέας πρέπει να είναι άνθρωπος της ειλικρινούς και γεμάτης εμπιστοσύνη προσευχής. Η προσευχή είναι το κλειδί της ζωής του και της διακονίας του. Οφείλει να έχει την εμπειρία του Θεού και να τον δέχεται ως το μοναδικό απόλυτο της ζωής του. Πριν μιλήσει στους ανθρώπους για τον Θεό, πρέπει να μιλήσει στον Θεό για τους ανθρώπους. Πρώτα είναι μαθητής του Κυρίου και κατόπιν απόστολος, πρώτα πρόβατο του ποιμνίου του Χριστού και κατόπιν ποιμένας. Μαρτυρεί αυτό που είδε και άκουσε και ενσαρκώνει στη ζωή του την αγιοσύνη του Θεού.
8. Προάγει την ανθρώπινη ανάπτυξη:
Κάθε ιερέας οφείλει να είναι « ειδικός στην ανθρωπιά», αλληλέγγυος με τον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί το κέντρο της δημιουργίας, και πρέπει να λυτρωθεί και να σωθεί.. Αλληλεγγύη, που δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμμερίζεται τις ιδεολογίες του - συχνά παράλογες-, ούτε τις μη ευαγγελικές συμπεριφορές του, αλλά να αναζητεί παραταύτα τον άνθρωπο, να αναζητεί το πρόσωπό του. Οφείλει να φέρει το μήνυμα της σωτηρίας στην καρδιά του πολύπλοκου αυτού κόσμου μέσα στον οποίο ζει.
9. Άνθρωπος πιστός στον εαυτό του και στον πλησίον:
Κάθε ιερέας πρέπει να είναι άνθρωπος πραγματικά ελεύθερος, ολοκληρωμένη ανθρώπινη προσωπικότητα, με τέλεια αυτοκυριαρχία, με συναισθηματική ωριμότητα, για να ζήσει με ευγένεια και απλότητα τη δέσμευση της άγαμης δια τον Χριστό και την Εκκλησία ζωής του. Πρέπει να έχει αξιόλογο επίπεδο γνώσεων και καλή πολιτιστική παιδεία. Η θεολογική του μόρφωση να είναι πολύ καλή. Καλείται να «τα εξετάζει όλα και να κρατά ό,τι είναι καλό» (Α΄ Θεσ. 5,21). Οφείλει επίσης να προωθεί την αποστολική δράση των λαϊκών, ώστε να πραγματοποιήσει πλήρως την αποστολή της Εκκλησίας.
10. Ευαγγελιστής με νέες ιδέες και νέες μεθόδους:
Ο ιερέας πρέπει να έχει πειστεί πως πολλοί ζητούν από αυτόν νέου στυλ ενορία, πολύ πιο ιεραποστολική και δυναμική. Με τη συνεργασία των λαϊκών οφείλει να βγει έξω και να αναζητήσει αυτούς που δεν έρχονται στα ενοριακά κέντρα, αυτούς που δεν πίστεψαν ποτέ ή ήρθαν κάποιες φορές αλλά απομακρύνθηκαν. Πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το επουσιώδες, χωρίς να προκαλεί συγχύσεις. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνει στους νέους, για να τους υποδέχεται, να διαλέγεται πάντα μαζί τους και να συνοδεύει την πορεία διαδρομής της πίστης τους.
Για την μετάφραση και την επιμέλεια της ανάρτησης:
Πέτρος Ανδριώτης
1. Ταύτιση με τον καλό ποιμένα Χριστό:
Μέσα στην Εκκλησία και για την Εκκλησία, οι πρεσβύτεροι είναι μυστηριακή εικόνα του Χριστού - ως οδηγού και ποιμένα. Ο Ιερέας είναι πρόσωπο που δέχτηκε το κάλεσμα του Θεού να αφιερωθεί στον Χριστό και να παρατείνει έτσι την σωστική αποστολή Tου ανάμεσα στους ανθρώπους- τα αδέλφια του. Είναι κάποιος που καλείται να αγαπά τους ανθρώπους όπως ο Ιησούς. Στο πρόσωπό του, οι άνθρωποι πρέπει να βλέπουν τον Χριστό, διότι διαφορετικά δεν θα Τον δουν. Οι πρεσβύτεροι οφείλουν να σκέπτονται, να ενεργούν και να ζουν όπως ο Ιησούς Χριστός.
2. Αγγελιοφόρος και κήρυκας του λόγου:
Εξ ονόματος του Χριστού ποιμένα, ο ιερέας παρουσιάζει στον σημερινό κόσμο την καλή αγγελία της Βασιλείας και την προσφέρει σε όλους τους ανθρώπους ως την αναμενόμενη απάντηση σε όλα τα ερωτήματα και τις προκλήσεις της ανθρώπινης καρδιάς. Είναι άνθρωπος που αποδέχεται, βιώνει και στρατεύεται με χαρά για το Ευαγγέλιο. Εξάλλου, δεν υπάρχει ευαγγελισμός παρά μόνο εκεί όπου βιώνεται το Ευαγγέλιο. Ο ιερέας πρέπει να είναι ικανός να διαβάζει, να ερμηνεύει και να διακρίνει την πραγματικότητα μέσα στην οποία είναι βυθισμένος.
3. Λειτουργός των ιερών μυστηρίων:
Ο ιερέας προσφέρει στον λαό του Θεού τη χάρη που αγιάζει τους ανθρώπους. Η τέλεση κάθε μυστηρίου είναι στιγμή χάρης, είναι γεγονός σωτηρίας, εμπειρία αγάπης του Θεού. Τα επτά μυστήρια συνοδεύουν την ανθρώπινη ζωή από την αρχή μέχρι το τέλος. Στην πορεία αυτή, η Ευχαριστία είναι η πηγή όλης της χριστιανικής ζωής και όλης της ζωής της Εκκλησίας, γι΄αυτό ο ιερέας τελεί το Μυστήριο αυτό κάθε μέρα,
4. Όργανο συμφιλίωσης:
Μέσα σε ένα κόσμο που γεννά όλο και περισσότερη βία και δημιουργεί ρήξεις και αντιθέσεις, ο ιερέας προσφέρεται ως υπηρέτης της συγχώρησης και της συμφιλίωσης. Το μυστήριο της Μετανοίας μας προσφέρει τη χαρά της συνάντησης με τον Κύριο. Ο ιερέας θα πρέπει να διαθέτει τον εαυτό του με χαρά στη διακονία αυτού του Μυστηρίου. Δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος, βλέποντας άδεια τα εξομολογητήρια. Είναι ανάγκη να παρουσιάσουμε τη μυστήριο της Μετανοίας ως απαίτηση της Ευχαριστιακής Θυσίας.
5. Υπηρέτης της αγάπης εν αληθεία:
Ο ιερέας πρέπει να καταστήσει παρούσα στη ζωή του την θυσιαστική προσφορά του Χριστού, με αντίστοιχη υποδειγματική ετοιμότητα για θυσίες, για διάθεση του χρόνου του και της υγείας του- μέχρι και της ζωής του. Η αγάπη απαιτεί την παρουσία του, την οποία ξεπερνά και συμπληρώνει σύμφωνα με τη λογική της προσφοράς και της συμφιλίωσης: ο καλός εφημέριος είναι πάντοτε διαθέσιμος να υπηρετήσει. Είναι άνθρωπος «αναλισκόμενος».. Δεν μπορεί ποτέ να πει «μέχρις εδώ, αρκεί». Η αγάπη δεν έχει όρια. Το μέτρο της αγάπης είναι η άπειρη σταυρική προσφορά του Χριστού για τη σωτηρία όλων.
6. Δημιουργός πνευματικότητας της εκκλησιαστικής κοινωνίας:
Η αποστολή του ιερέα είναι να εξασφαλίζει την ενότητα στην κοινότητα. Ο λόγος ύπαρξης του ιερατείου είναι να υπηρετεί την εκκλησιαστική κοινωνία με την ανά την οικουμένη Εκκλησία μέσω της τοπικής του Εκκλησίας και σε στενό δεσμό με το Πρεσβυτέριο της διοίκησης και τον Επίσκοπο, ο οποίος προΐσταται σε αυτήν. Η ενορία της οποίας ηγείται, προσφέρεται ως τόπος συνάντησης, υποδοχής και υπέρβασης των πολιτιστικών ή φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων και εμποδίων, επιδιώκοντας πάντοτε την ενότητα δια του δεσμού της αγάπης.
7. Μάρτυρας του ζωντανού Θεού:
Ο ιερέας πρέπει να είναι άνθρωπος της ειλικρινούς και γεμάτης εμπιστοσύνη προσευχής. Η προσευχή είναι το κλειδί της ζωής του και της διακονίας του. Οφείλει να έχει την εμπειρία του Θεού και να τον δέχεται ως το μοναδικό απόλυτο της ζωής του. Πριν μιλήσει στους ανθρώπους για τον Θεό, πρέπει να μιλήσει στον Θεό για τους ανθρώπους. Πρώτα είναι μαθητής του Κυρίου και κατόπιν απόστολος, πρώτα πρόβατο του ποιμνίου του Χριστού και κατόπιν ποιμένας. Μαρτυρεί αυτό που είδε και άκουσε και ενσαρκώνει στη ζωή του την αγιοσύνη του Θεού.
8. Προάγει την ανθρώπινη ανάπτυξη:
Κάθε ιερέας οφείλει να είναι « ειδικός στην ανθρωπιά», αλληλέγγυος με τον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί το κέντρο της δημιουργίας, και πρέπει να λυτρωθεί και να σωθεί.. Αλληλεγγύη, που δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμμερίζεται τις ιδεολογίες του - συχνά παράλογες-, ούτε τις μη ευαγγελικές συμπεριφορές του, αλλά να αναζητεί παραταύτα τον άνθρωπο, να αναζητεί το πρόσωπό του. Οφείλει να φέρει το μήνυμα της σωτηρίας στην καρδιά του πολύπλοκου αυτού κόσμου μέσα στον οποίο ζει.
9. Άνθρωπος πιστός στον εαυτό του και στον πλησίον:
Κάθε ιερέας πρέπει να είναι άνθρωπος πραγματικά ελεύθερος, ολοκληρωμένη ανθρώπινη προσωπικότητα, με τέλεια αυτοκυριαρχία, με συναισθηματική ωριμότητα, για να ζήσει με ευγένεια και απλότητα τη δέσμευση της άγαμης δια τον Χριστό και την Εκκλησία ζωής του. Πρέπει να έχει αξιόλογο επίπεδο γνώσεων και καλή πολιτιστική παιδεία. Η θεολογική του μόρφωση να είναι πολύ καλή. Καλείται να «τα εξετάζει όλα και να κρατά ό,τι είναι καλό» (Α΄ Θεσ. 5,21). Οφείλει επίσης να προωθεί την αποστολική δράση των λαϊκών, ώστε να πραγματοποιήσει πλήρως την αποστολή της Εκκλησίας.
10. Ευαγγελιστής με νέες ιδέες και νέες μεθόδους:
Ο ιερέας πρέπει να έχει πειστεί πως πολλοί ζητούν από αυτόν νέου στυλ ενορία, πολύ πιο ιεραποστολική και δυναμική. Με τη συνεργασία των λαϊκών οφείλει να βγει έξω και να αναζητήσει αυτούς που δεν έρχονται στα ενοριακά κέντρα, αυτούς που δεν πίστεψαν ποτέ ή ήρθαν κάποιες φορές αλλά απομακρύνθηκαν. Πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το επουσιώδες, χωρίς να προκαλεί συγχύσεις. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνει στους νέους, για να τους υποδέχεται, να διαλέγεται πάντα μαζί τους και να συνοδεύει την πορεία διαδρομής της πίστης τους.
Για την μετάφραση και την επιμέλεια της ανάρτησης:
Πέτρος Ανδριώτης
Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010
Σύνοψη της κατηχητικής ομιλίας του Πάπα Βενέδικτου 16ου κατά την τελευταία γενική ακρόαση της Τετάρτης στις 22 Δεκεμβρίου 2010
Τα Χριστούγεννα οι προσδοκίες του κόσμου και η καρδιά του ανθρώπου συναντιόνται ξανά.
Κατά την τελευταία γενική ακρόαση του 2010 και λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ο Πάπας Βενέδικτος 16ος, υπενθύμισε τη στιγμή «όπου αρχίζει η σωτηρία μας, όπου τα πάντα εκπληρώνονται, όπου οι προσδοκίες του κόσμου και της καρδιάς του ανθρώπου συναντιόνται ξανά.
Για τους χριστιανούς, πρόσθεσε ο Πάπας, είναι μια χαρούμενη προσμονή για όποιον «επιθυμεί να ζήσει θετικά αυτή την ανανεωμένη συνάντηση με Εκείνον που έρχεται να κατοικήσει ανάμεσά μας, τον Ιησού, τον Χριστό, τον ενσαρκωμένο Υιό του Θεού. Ας κάνουμε δικές μας τις διαθέσεις εκείνων που υποδέχτηκαν πρώτοι τον Μεσσία, του Ζαχαρία, της Ελισάβετ, των βοσκών, των ταπεινών ανθρώπων, και πάνω από όλους της Μαρίας και του Ιωσήφ…
Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί μια μεγάλη υπόσχεση, την υπόσχεση του ερχομού ενός Σωτήρα… Η προσμονή μας, η οποία ακολουθεί, ανά τους αιώνες, την προσμονή των βιβλικών προσωπικοτήτων… κάνει ώστε όλη η ζωή μας να εμψυχώνεται και να τείνει μέσω, μιας βαθιάς επιθυμίας, προς ότι είναι πιο αληθινό, πιο ωραίο, πιο μεγάλο, που το πνεύμα μας και η καρδιά μας διαβλέπουν να πραγματοποιείται επιτέλους εμπρός στα μάτια μας».
Να βλέπουμε τον κόσμο με το βλέμμα του Θεού
«Ο Σωτήρας έρχεται να ακυρώσει το έργο του κακού και κάθε τι που μας κρατάει ακόμη μακριά από τον Θεό, για να επαναφέρει στη λαμπρότητά της την αρχική Πατρότητα… Ο ερχομός του δεν έχει άλλο σκοπό παρά να μας δείξει με ποιο τρόπο να κατανοούμε και να αγαπούμε τον κόσμο και όλα όσα τον περιβάλλουν: με το ίδιο το βλέμμα του Θεού. Ο Λόγος που έγινε νεογέννητο μας βοηθάει να καταλάβουμε πως ενεργεί ο Θεός, ώστε να είμαστε ικανοί να αφήσουμε τον εαυτό μας να μεταμορφωθεί από την καλοσύνη του και την άπειρη ευσπλαχνία του. Μέσα στη νύκτα αυτού του κόσμου, ας αφήσουμε τον εαυτό μας να εκπλαγεί και να φωτιστεί από τον ερχομό αυτό, από το αστέρι, που από την Ανατολή, πλημμυρίζει την οικουμένη με χαρά… Ας καθαρίσουμε λοιπόν τη συνείδησή μας και τη ζωή μας από όλα όσα είναι ενάντια στον ερχομό αυτό, - σκέψεις, λόγια, πράξεις -, για να κάνουμε το καλό και να βοηθήσουμε στην εδραίωση της ειρήνης και της δικαιοσύνης σε αυτό τον κόσμο, για κάθε άνθρωπο που βαδίζει προς συνάντηση του Κυρίου».
Κατόπιν ο Άγιος Πατέρας ολοκλήρωσε την κατηχητική του ομιλία βεβαιώνοντας πως η φάτνη είναι το σύμβολο των Χριστουγέννων. Είναι «η έκφραση της προσμονής μας, καθώς και ένα «ευχαριστώ» προς Εκείνον που έρχεται μέσα στη φτώχεια και την απλότητα, να μοιραστεί μαζί μας την ανθρώπινη κατάσταση. Χαίρομαι για την υγιή παράδοση της οικογενειακής φάτνης, όπως επίσης και για τις φάτνες που στήνονται σε δημόσιους χώρους. Η ωραία αυτή μαρτυρία χριστιανικής πίστης είναι μια εικόνα της άπειρης αγάπης του Πατέρα προς την ανθρωπότητα ολόκληρη. Είθε η καρδιά των παιδιών και των ενηλίκων να συγκινείται ακόμη εμπρός στην φάτνη».
Βατικανό 22/12/2010
Κατά την τελευταία γενική ακρόαση του 2010 και λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ο Πάπας Βενέδικτος 16ος, υπενθύμισε τη στιγμή «όπου αρχίζει η σωτηρία μας, όπου τα πάντα εκπληρώνονται, όπου οι προσδοκίες του κόσμου και της καρδιάς του ανθρώπου συναντιόνται ξανά.
Για τους χριστιανούς, πρόσθεσε ο Πάπας, είναι μια χαρούμενη προσμονή για όποιον «επιθυμεί να ζήσει θετικά αυτή την ανανεωμένη συνάντηση με Εκείνον που έρχεται να κατοικήσει ανάμεσά μας, τον Ιησού, τον Χριστό, τον ενσαρκωμένο Υιό του Θεού. Ας κάνουμε δικές μας τις διαθέσεις εκείνων που υποδέχτηκαν πρώτοι τον Μεσσία, του Ζαχαρία, της Ελισάβετ, των βοσκών, των ταπεινών ανθρώπων, και πάνω από όλους της Μαρίας και του Ιωσήφ…
Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί μια μεγάλη υπόσχεση, την υπόσχεση του ερχομού ενός Σωτήρα… Η προσμονή μας, η οποία ακολουθεί, ανά τους αιώνες, την προσμονή των βιβλικών προσωπικοτήτων… κάνει ώστε όλη η ζωή μας να εμψυχώνεται και να τείνει μέσω, μιας βαθιάς επιθυμίας, προς ότι είναι πιο αληθινό, πιο ωραίο, πιο μεγάλο, που το πνεύμα μας και η καρδιά μας διαβλέπουν να πραγματοποιείται επιτέλους εμπρός στα μάτια μας».
Να βλέπουμε τον κόσμο με το βλέμμα του Θεού
«Ο Σωτήρας έρχεται να ακυρώσει το έργο του κακού και κάθε τι που μας κρατάει ακόμη μακριά από τον Θεό, για να επαναφέρει στη λαμπρότητά της την αρχική Πατρότητα… Ο ερχομός του δεν έχει άλλο σκοπό παρά να μας δείξει με ποιο τρόπο να κατανοούμε και να αγαπούμε τον κόσμο και όλα όσα τον περιβάλλουν: με το ίδιο το βλέμμα του Θεού. Ο Λόγος που έγινε νεογέννητο μας βοηθάει να καταλάβουμε πως ενεργεί ο Θεός, ώστε να είμαστε ικανοί να αφήσουμε τον εαυτό μας να μεταμορφωθεί από την καλοσύνη του και την άπειρη ευσπλαχνία του. Μέσα στη νύκτα αυτού του κόσμου, ας αφήσουμε τον εαυτό μας να εκπλαγεί και να φωτιστεί από τον ερχομό αυτό, από το αστέρι, που από την Ανατολή, πλημμυρίζει την οικουμένη με χαρά… Ας καθαρίσουμε λοιπόν τη συνείδησή μας και τη ζωή μας από όλα όσα είναι ενάντια στον ερχομό αυτό, - σκέψεις, λόγια, πράξεις -, για να κάνουμε το καλό και να βοηθήσουμε στην εδραίωση της ειρήνης και της δικαιοσύνης σε αυτό τον κόσμο, για κάθε άνθρωπο που βαδίζει προς συνάντηση του Κυρίου».
Κατόπιν ο Άγιος Πατέρας ολοκλήρωσε την κατηχητική του ομιλία βεβαιώνοντας πως η φάτνη είναι το σύμβολο των Χριστουγέννων. Είναι «η έκφραση της προσμονής μας, καθώς και ένα «ευχαριστώ» προς Εκείνον που έρχεται μέσα στη φτώχεια και την απλότητα, να μοιραστεί μαζί μας την ανθρώπινη κατάσταση. Χαίρομαι για την υγιή παράδοση της οικογενειακής φάτνης, όπως επίσης και για τις φάτνες που στήνονται σε δημόσιους χώρους. Η ωραία αυτή μαρτυρία χριστιανικής πίστης είναι μια εικόνα της άπειρης αγάπης του Πατέρα προς την ανθρωπότητα ολόκληρη. Είθε η καρδιά των παιδιών και των ενηλίκων να συγκινείται ακόμη εμπρός στην φάτνη».
Βατικανό 22/12/2010
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Αν ο Θεός είναι αγάπη, γιατί να υπάρχει ο πόνος;
Ποιος από μας, κάποια στιγμή της ζωής του δεν έθεσε αυτό το ερώτημα; Η πλειονότητα των ανθρώπων, (χριστιανοί, μη χριστιανοί, αδιάφοροι, ή άθεοι), προσκρούει στην σκληρή πραγματικότητα του ανθρώπινου πόνου τον οποίο βιώνουν στο ίδιο το κορμί τους ή στο περιβάλλον τους. Συχνά η τραγική πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης γίνεται αληθινή πέτρα σκανδάλου που τους εμποδίζει να στραφούν προς τον Θεό ή να εμείνουν στο δρόμο προς τη χριστιανική τελειότητα.
Όσο όλα πάνε καλά στη ζωή μας, είναι εύκολο να πιστεύουμε σε ένα Θεό αγάπης που έκανε τα πάντα για να μας σώσει. Αλλά ως μέλη της μεγάλης οικογένειας Της Εκκλησίας του Χριστού, δεν βρισκόμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους άλλους; Δεν έχουμε κάτι παραπάνω από αυτούς που δεν θέλουν να πιαστούν από το χέρι του προσωπικού τους Σωτήρα;
Όλα μας φαίνονται ρόδινα και ωραία. Και αν αντιμετωπίζουμε κάποιες υλικές δυσκολίες, κατορθώνουμε πάντοτε να τις ξεπερνούμε ενόσω βρισκόμαστε ακόμη στη ζωή. Όταν όμως έρθει η στιγμή όπου ξεσπάει η καταιγίδα ή δοκιμασίες όλων των ειδών βασανίζουν ανελέητα τους χριστιανούς, τότε τα πάντα μπορούν να ανατραπούν. Τι θα απομείνει από την χριστιανική ασφάλεια; Τότε είναι που θα πρέπει να κρατηθούμε από τις θείες υποσχέσεις. Οι δυσκολίες της ζωής μπορούν, είτε να μας φέρουν πιο κοντά στον Κύριο, είτε να μας απομακρύνουν από Αυτόν.
Τα περισσότερα βάσανα οφείλονται στις κακές επιλογές των ανθρώπων. Αυτές περιγράφονται εκτενώς στο βιβλίο της Γένεσης: η αμφισβήτηση της Παντοδυναμίας του Θεού, η αλαζονεία, η επιθυμία του ανθρώπου να βρεθεί στη θέση του Δημιουργού, η ξέφρενη αναζήτηση εξουσίας και δόξας, η απληστία, η δίψα για κατοχή όλο και περισσότερων υλικών αγαθών, η ζηλοτυπία που οδήγησε στον πρώτο φόνο της ανθρωπότητας. Αισθήματα νοσηρά και διεστραμμένα που γεννιούνται όλο και περισσότερο στις σημερινές μας κοινωνίες που θεμελιώνονται πάνω σε υλικές αξίες και στον χωρίς όρια ανταγωνισμό. Κάποιος είπε πως το 90% του ανθρώπινου πόνου προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Και η εικόνα της σημερινής κοινωνίας επιβεβαιώνει απόλυτα την άποψη αυτή. Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται καθαρά πως ο άνθρωπος είναι η ρίζα του κακού και των βασάνων, τόσο εκείνων που υφίσταται ίδιος, όσο και τα βάσανα που υποβάλλει βίαια στους άλλους. Όλα τα ΜΜΕ δεν παύουν καθημερινά να απαριθμούν και να εξιστορούν τα βάσανα αυτά, που συχνά πλήττουν αθώους.
Και αυθόρμητα προβάλλει το ερώτημα: είναι ο Θεός υπεύθυνος για την πείνα που υπάρχει στον κόσμο, ή αυτή οφείλεται στον εγωισμό των ισχυρών αυτού του κόσμου που χρησιμοποιούν τα χρήματα των ανθρώπων για να αγοράζουν όπλα; Είναι υπεύθυνος ο Θεός για την παγκοσμιοποίηση που έχει ως αποτέλεσμα τις μαζικές απολύσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας; Θα χρειαζόμαστε πράγματι ατέλειωτο χρόνο για να καταγράψουμε όλα τα βάσανα που οφείλονται στις κακές επιλογές των ανθρώπων. Ποιος δεν επαναστάτησε διαπιστώνοντας βάσανα και αδικίες στο περιβάλλον του η ακόμα και στην ίδια την οικογένειά του; Αλλά γιατί ο Θεός δεν παρεμβαίνει για να βάλει τάξη, να αποκαταστήσει την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, και τη χαρά, που θα είναι τα χαρακτηριστικά της αιώνιας βασιλείας του; Εδώ είναι που πολλοί άνθρωποι στρέφονται απειλητικά προς τον ουρανό κατηγορώντας τον Θεό ότι έχει εγκαταλείψει τη γη με όλα όσα υπάρχουν σ΄αυτήν. Ας προσπαθήσουμε να βρούμε τις αιτίες της σιωπής Του… η οποία μοιάζει ακατανόητη.
Σχετικά με αυτό, το βιβλίο του Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης μας παρέχει κάποιες απαντήσεις στο πρόβλημα του κακού. Ό Ιώβ, άνθρωπος άψογος και δίκαιος, υποχρεώθηκε να υποστεί συμφορές που ξεπερνούν ακόμα και τη φαντασία μας. Όχι μόνο υπέφερε φρικτά βάσανα στο σώμα του, αλλά επιπλέον εγκαταλείφθηκε από την ίδια τη γυναίκα του και τους φίλους του, Γενικά ο Θεός , σε ακραίες καταστάσεις, αποστέλλει πάντοτε κάποιον για να ανακουφίσει αυτόν η αυτήν που βρίσκεται στο χείλος του βαράθρου, αλλά στον Ιώβ, που υπήρξε παράδειγμα υπομονής και άδικων βασάνων, δεν συμπαραστάθηκε καμιά συμπονετική ψυχή.
Η ιστορία του και η τελική του νίκη θα πρέπει να μας βάλουν σε βαθιές σκέψεις. Είναι σαφές ότι χωρίς να πάψει να ελπίζει στον Θεό και δείχνοντας απόλυτη πιστότητα κατά τις καλές και τις κακές μέρες, ο Ιώβ έκανε την καλύτερη επιλογή αποδεικνύοντας ότι δεν υπάκουε στον Θεό από κάποιο συμφέρον. Αργότερα ο προφήτης Ησαΐας περιγράφει τον αναμενόμενο Μεσσία ως το τέλειο υπόδειγμα ενός πάσχοντος αθώου δούλου που υπακούει στον Θεό και επωμίζεται τις αμαρτίες μας.
Εξάλλου μέσα στην φαινομενική σιωπή του Θεού, πρέπει να αναγνωρίσουμε την ελευθερία επιλογής που δίνει σε όλους τους ανθρώπους. Ελευθερία να επιλέγουν μεταξύ του καλού και του κακού, ελευθερία να βαδίζουν μαζί του ή να μην υπακούουν σ΄Αυτόν. Έννοια που κατέστη σαφής κυρίως με την παραβολή του ασώτου υιού (Λκ. 15,11-32). Ο τελευταίος, αντίθετα από τον πρωτότοκο αδελφό του, επέλεξε να επαναστατήσει ενάντια στον πατέρα του. Ένας πατέρας ωστόσο γεμάτος συμπόνια που αναμένει υπομονετικά την επιστροφή του υιού του στο σπίτι αφού αυτός θα έχει αγγίξει τον βυθό του βαράθρου. Με παρόμοιο τρόπο, μέσα στην υπομονετική και καλοσυνάτη αγάπη του, ο Θεός δίνει στους αμαρτωλούς το χρόνο – σε όλους όσοι παρεκτράπηκαν με τις κακές επιλογές τους – να μετανοήσουν προτού τους συγχωρήσει, για να τους δεχτεί τελικά χωρίς επιφυλάξεις στην βασιλεία του.
Έτσι ο Θεός, παραχωρώντας την ελευθερία στα πλάσματά του, περιόρισε ο ίδιος την παντοδυναμία του με κίνδυνο να τα χάσει αλλά η απόλυτη αγάπη του Θεού, δεν περιορίζεται στην παραχώρηση αυτής της ελευθερίας. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως τα πλάσματά του θα έκαναν κακή χρήση αυτής της ελευθερίας που θα τα εμπόδιζε να κατακτήσουν την αιώνια ζωή, πριν καν δημιουργήσει τον κόσμο, συνέλαβε ένα σχέδιο λύτρωσης της ανθρωπότητας.
Η Βίβλος δεν κάνει άλλο παρά να διηγείται την ιστορία αυτής της λύτρωσης του χαμένου ανθρώπου από ένα Θεό Σωτήρα. Μυστήριο ανεξιχνίαστο, το οποίο ο απόστολος Ιωάννης συνοψίζει στο Ευαγγέλιό του ( 3,16): «Διότι έτσι αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε το μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί κανείς που να πιστεύει σ'αυτόν, αλλά να έχει την αιώνια ζωή» Τι καθησυχαστικό και ανακουφιστικό μήνυμα από μέρους τους Θεού που αγαπά τα πλάσματά του μέχρι του σημείου να θυσιάσει τον μοναδικό του Υιό για να μας αποσπάσει από τα νύχια του εχθρού και να μας χαρίσει την αιώνια ζωή ενώπιον της παρουσίας του Θεού. Έτσι επέτρεψε να κατέβη ο Υιός του μέχρις εμάς και μάλιστα μέχρι τον τάφο. Ο θάνατός του πάνω στο σταυρό, αν και ήταν αθώος, μεταβλήθηκε σε περίλαμπρη νίκη πάνω στο κακό. Η ανάστασή του είναι για μας μια εγγύηση της δικής μας ανάστασης και της αιώνιας ζωής. Πάνω σε αυτό ο πάστορας Roland de Pury μπόρεσε να υποστηρίξει πως «ο Θεός εμπρός στον πόνο των ανθρώπων δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια, αλλά με χέρια καρφωμένα στο σταυρό»!
Παρά τις πολλαπλές εκδηλώσεις του κακού, που πλήττουν ολοένα και περισσότερο τον κόσμο, αυτός που αποφάσισε να ακολουθήσει τον Ιησού Χριστό – όποια και να είναι η κατάστασή του, και ότι και αν του συμβεί – θα μπορέσει να βρει ένα νόημα στη ζωή του, μια σωστή απάντηση σε όλα τα υπαρξιακά του προβλήματα και θάρρος μέσα στις δοκιμασίες. Τούτο ο Θεός το υποσχέθηκε μέσω του προφήτη Ιεζεκιήλ: «Θα σας δώσω μια νέα καρδιά και θα θέσω μέσα σας ένα νέο πνεύμα» (Ιεζ. 36,26). Αρκεί λοιπόν να αφήσουμε τον Θεό να δράσει μέσα μας με το Άγιόν του Πνεύμα και να του ζητήσουμε να μπει μέσα στην καθημερινή μας ζωή… ακόμα και όταν μας φαίνεται πως αργεί να παρέμβει.
Όχι ο Θεός δεν είναι αναίσθητος εμπρός στο κακό που μαστίζει τη γη, αντίθετα «δείχνει μακροθυμία για σας, επειδή δε θέλει κάποιοι να χαθούν, αλλά όλοι να προχωρήσουν στη μετάνοια» ( Β! Πέτρου 3,9). Όχι ο Θεός δεν είναι αδιάφορος εμπρός στις δοκιμασίες μας, αλλά μας ζητάει να είμαστε και εμείς με τη σειρά μας υπομονετικοί… ώστε η απάντησή του να είναι ακόμα πιο λαμπερή. Τι πιο απλό από το να πιάσουμε το χέρι του Ιησού Χριστού, αυτό το μόνο και μοναδικό σωσίβιο, ώστε να φθάσουμε στο υπέροχο λιμάνι της νέας Γης!
Τελικά στο λιμάνι αυτό ο Θεός θα κατοικήσει με τους ανθρώπους «και θα εξαλείψει κάθε δάκρυ απ'τα μάτια τους
και ο θάνατος πια δε θα υπάρχει,
ούτε πένθος ούτε κραυγή
ούτε πόνος πια θα υπάρχει» (Αποκ. 21,4)
Αναμένοντας την θαυμάσια αυτή ημέρα όπου ο πόνος θα έχει εκλείψει για πάντα, οφείλουμε να αγωνιζόμαστε τον καλόν αγώνα της πίστεως.
Karin Bouchot
Για την απόδοση στα Ελληνικά από τα Γαλλικά: Πέτρος Ανδριώτης
Όσο όλα πάνε καλά στη ζωή μας, είναι εύκολο να πιστεύουμε σε ένα Θεό αγάπης που έκανε τα πάντα για να μας σώσει. Αλλά ως μέλη της μεγάλης οικογένειας Της Εκκλησίας του Χριστού, δεν βρισκόμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους άλλους; Δεν έχουμε κάτι παραπάνω από αυτούς που δεν θέλουν να πιαστούν από το χέρι του προσωπικού τους Σωτήρα;
Όλα μας φαίνονται ρόδινα και ωραία. Και αν αντιμετωπίζουμε κάποιες υλικές δυσκολίες, κατορθώνουμε πάντοτε να τις ξεπερνούμε ενόσω βρισκόμαστε ακόμη στη ζωή. Όταν όμως έρθει η στιγμή όπου ξεσπάει η καταιγίδα ή δοκιμασίες όλων των ειδών βασανίζουν ανελέητα τους χριστιανούς, τότε τα πάντα μπορούν να ανατραπούν. Τι θα απομείνει από την χριστιανική ασφάλεια; Τότε είναι που θα πρέπει να κρατηθούμε από τις θείες υποσχέσεις. Οι δυσκολίες της ζωής μπορούν, είτε να μας φέρουν πιο κοντά στον Κύριο, είτε να μας απομακρύνουν από Αυτόν.
Τα περισσότερα βάσανα οφείλονται στις κακές επιλογές των ανθρώπων. Αυτές περιγράφονται εκτενώς στο βιβλίο της Γένεσης: η αμφισβήτηση της Παντοδυναμίας του Θεού, η αλαζονεία, η επιθυμία του ανθρώπου να βρεθεί στη θέση του Δημιουργού, η ξέφρενη αναζήτηση εξουσίας και δόξας, η απληστία, η δίψα για κατοχή όλο και περισσότερων υλικών αγαθών, η ζηλοτυπία που οδήγησε στον πρώτο φόνο της ανθρωπότητας. Αισθήματα νοσηρά και διεστραμμένα που γεννιούνται όλο και περισσότερο στις σημερινές μας κοινωνίες που θεμελιώνονται πάνω σε υλικές αξίες και στον χωρίς όρια ανταγωνισμό. Κάποιος είπε πως το 90% του ανθρώπινου πόνου προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Και η εικόνα της σημερινής κοινωνίας επιβεβαιώνει απόλυτα την άποψη αυτή. Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται καθαρά πως ο άνθρωπος είναι η ρίζα του κακού και των βασάνων, τόσο εκείνων που υφίσταται ίδιος, όσο και τα βάσανα που υποβάλλει βίαια στους άλλους. Όλα τα ΜΜΕ δεν παύουν καθημερινά να απαριθμούν και να εξιστορούν τα βάσανα αυτά, που συχνά πλήττουν αθώους.
Και αυθόρμητα προβάλλει το ερώτημα: είναι ο Θεός υπεύθυνος για την πείνα που υπάρχει στον κόσμο, ή αυτή οφείλεται στον εγωισμό των ισχυρών αυτού του κόσμου που χρησιμοποιούν τα χρήματα των ανθρώπων για να αγοράζουν όπλα; Είναι υπεύθυνος ο Θεός για την παγκοσμιοποίηση που έχει ως αποτέλεσμα τις μαζικές απολύσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας; Θα χρειαζόμαστε πράγματι ατέλειωτο χρόνο για να καταγράψουμε όλα τα βάσανα που οφείλονται στις κακές επιλογές των ανθρώπων. Ποιος δεν επαναστάτησε διαπιστώνοντας βάσανα και αδικίες στο περιβάλλον του η ακόμα και στην ίδια την οικογένειά του; Αλλά γιατί ο Θεός δεν παρεμβαίνει για να βάλει τάξη, να αποκαταστήσει την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, και τη χαρά, που θα είναι τα χαρακτηριστικά της αιώνιας βασιλείας του; Εδώ είναι που πολλοί άνθρωποι στρέφονται απειλητικά προς τον ουρανό κατηγορώντας τον Θεό ότι έχει εγκαταλείψει τη γη με όλα όσα υπάρχουν σ΄αυτήν. Ας προσπαθήσουμε να βρούμε τις αιτίες της σιωπής Του… η οποία μοιάζει ακατανόητη.
Σχετικά με αυτό, το βιβλίο του Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης μας παρέχει κάποιες απαντήσεις στο πρόβλημα του κακού. Ό Ιώβ, άνθρωπος άψογος και δίκαιος, υποχρεώθηκε να υποστεί συμφορές που ξεπερνούν ακόμα και τη φαντασία μας. Όχι μόνο υπέφερε φρικτά βάσανα στο σώμα του, αλλά επιπλέον εγκαταλείφθηκε από την ίδια τη γυναίκα του και τους φίλους του, Γενικά ο Θεός , σε ακραίες καταστάσεις, αποστέλλει πάντοτε κάποιον για να ανακουφίσει αυτόν η αυτήν που βρίσκεται στο χείλος του βαράθρου, αλλά στον Ιώβ, που υπήρξε παράδειγμα υπομονής και άδικων βασάνων, δεν συμπαραστάθηκε καμιά συμπονετική ψυχή.
Η ιστορία του και η τελική του νίκη θα πρέπει να μας βάλουν σε βαθιές σκέψεις. Είναι σαφές ότι χωρίς να πάψει να ελπίζει στον Θεό και δείχνοντας απόλυτη πιστότητα κατά τις καλές και τις κακές μέρες, ο Ιώβ έκανε την καλύτερη επιλογή αποδεικνύοντας ότι δεν υπάκουε στον Θεό από κάποιο συμφέρον. Αργότερα ο προφήτης Ησαΐας περιγράφει τον αναμενόμενο Μεσσία ως το τέλειο υπόδειγμα ενός πάσχοντος αθώου δούλου που υπακούει στον Θεό και επωμίζεται τις αμαρτίες μας.
Εξάλλου μέσα στην φαινομενική σιωπή του Θεού, πρέπει να αναγνωρίσουμε την ελευθερία επιλογής που δίνει σε όλους τους ανθρώπους. Ελευθερία να επιλέγουν μεταξύ του καλού και του κακού, ελευθερία να βαδίζουν μαζί του ή να μην υπακούουν σ΄Αυτόν. Έννοια που κατέστη σαφής κυρίως με την παραβολή του ασώτου υιού (Λκ. 15,11-32). Ο τελευταίος, αντίθετα από τον πρωτότοκο αδελφό του, επέλεξε να επαναστατήσει ενάντια στον πατέρα του. Ένας πατέρας ωστόσο γεμάτος συμπόνια που αναμένει υπομονετικά την επιστροφή του υιού του στο σπίτι αφού αυτός θα έχει αγγίξει τον βυθό του βαράθρου. Με παρόμοιο τρόπο, μέσα στην υπομονετική και καλοσυνάτη αγάπη του, ο Θεός δίνει στους αμαρτωλούς το χρόνο – σε όλους όσοι παρεκτράπηκαν με τις κακές επιλογές τους – να μετανοήσουν προτού τους συγχωρήσει, για να τους δεχτεί τελικά χωρίς επιφυλάξεις στην βασιλεία του.
Έτσι ο Θεός, παραχωρώντας την ελευθερία στα πλάσματά του, περιόρισε ο ίδιος την παντοδυναμία του με κίνδυνο να τα χάσει αλλά η απόλυτη αγάπη του Θεού, δεν περιορίζεται στην παραχώρηση αυτής της ελευθερίας. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως τα πλάσματά του θα έκαναν κακή χρήση αυτής της ελευθερίας που θα τα εμπόδιζε να κατακτήσουν την αιώνια ζωή, πριν καν δημιουργήσει τον κόσμο, συνέλαβε ένα σχέδιο λύτρωσης της ανθρωπότητας.
Η Βίβλος δεν κάνει άλλο παρά να διηγείται την ιστορία αυτής της λύτρωσης του χαμένου ανθρώπου από ένα Θεό Σωτήρα. Μυστήριο ανεξιχνίαστο, το οποίο ο απόστολος Ιωάννης συνοψίζει στο Ευαγγέλιό του ( 3,16): «Διότι έτσι αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε το μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί κανείς που να πιστεύει σ'αυτόν, αλλά να έχει την αιώνια ζωή» Τι καθησυχαστικό και ανακουφιστικό μήνυμα από μέρους τους Θεού που αγαπά τα πλάσματά του μέχρι του σημείου να θυσιάσει τον μοναδικό του Υιό για να μας αποσπάσει από τα νύχια του εχθρού και να μας χαρίσει την αιώνια ζωή ενώπιον της παρουσίας του Θεού. Έτσι επέτρεψε να κατέβη ο Υιός του μέχρις εμάς και μάλιστα μέχρι τον τάφο. Ο θάνατός του πάνω στο σταυρό, αν και ήταν αθώος, μεταβλήθηκε σε περίλαμπρη νίκη πάνω στο κακό. Η ανάστασή του είναι για μας μια εγγύηση της δικής μας ανάστασης και της αιώνιας ζωής. Πάνω σε αυτό ο πάστορας Roland de Pury μπόρεσε να υποστηρίξει πως «ο Θεός εμπρός στον πόνο των ανθρώπων δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια, αλλά με χέρια καρφωμένα στο σταυρό»!
Παρά τις πολλαπλές εκδηλώσεις του κακού, που πλήττουν ολοένα και περισσότερο τον κόσμο, αυτός που αποφάσισε να ακολουθήσει τον Ιησού Χριστό – όποια και να είναι η κατάστασή του, και ότι και αν του συμβεί – θα μπορέσει να βρει ένα νόημα στη ζωή του, μια σωστή απάντηση σε όλα τα υπαρξιακά του προβλήματα και θάρρος μέσα στις δοκιμασίες. Τούτο ο Θεός το υποσχέθηκε μέσω του προφήτη Ιεζεκιήλ: «Θα σας δώσω μια νέα καρδιά και θα θέσω μέσα σας ένα νέο πνεύμα» (Ιεζ. 36,26). Αρκεί λοιπόν να αφήσουμε τον Θεό να δράσει μέσα μας με το Άγιόν του Πνεύμα και να του ζητήσουμε να μπει μέσα στην καθημερινή μας ζωή… ακόμα και όταν μας φαίνεται πως αργεί να παρέμβει.
Όχι ο Θεός δεν είναι αναίσθητος εμπρός στο κακό που μαστίζει τη γη, αντίθετα «δείχνει μακροθυμία για σας, επειδή δε θέλει κάποιοι να χαθούν, αλλά όλοι να προχωρήσουν στη μετάνοια» ( Β! Πέτρου 3,9). Όχι ο Θεός δεν είναι αδιάφορος εμπρός στις δοκιμασίες μας, αλλά μας ζητάει να είμαστε και εμείς με τη σειρά μας υπομονετικοί… ώστε η απάντησή του να είναι ακόμα πιο λαμπερή. Τι πιο απλό από το να πιάσουμε το χέρι του Ιησού Χριστού, αυτό το μόνο και μοναδικό σωσίβιο, ώστε να φθάσουμε στο υπέροχο λιμάνι της νέας Γης!
Τελικά στο λιμάνι αυτό ο Θεός θα κατοικήσει με τους ανθρώπους «και θα εξαλείψει κάθε δάκρυ απ'τα μάτια τους
και ο θάνατος πια δε θα υπάρχει,
ούτε πένθος ούτε κραυγή
ούτε πόνος πια θα υπάρχει» (Αποκ. 21,4)
Αναμένοντας την θαυμάσια αυτή ημέρα όπου ο πόνος θα έχει εκλείψει για πάντα, οφείλουμε να αγωνιζόμαστε τον καλόν αγώνα της πίστεως.
Karin Bouchot
Για την απόδοση στα Ελληνικά από τα Γαλλικά: Πέτρος Ανδριώτης
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Μαρτυρία ζωής μιας νέας
Ονομάζομαι Idelette. Για πολλά χρόνια έζησα με αυτόματο πιλότο. Έτρωγα, ανάπνεα, έκανα ψώνια, σπούδαζα… χωρίς να γνωρίζω το γιατί. Έπαιρνα αποφάσεις, χωρίς να γνωρίζω πού πήγαινα. Παρόλα αυτά έθετα πάντα στον εαυτό μου τα ίδια ερωτήματα. ερωτήματα που με βασάνιζαν: «Για ποιο λόγο υπάρχω; Ποια πράγματι είμαι; Πού θέλω να πάω; Πώς θα πάω;». Τίποτε από όσα έκανα δεν μου έδινε απαντήσεις, αλλά σύντομα άρχισα να ελπίζω πως κάποια μέρα θα έβρισκα απάντηση.
Στο βάθος του εαυτού μας, θα επιθυμούσαμε να πετύχουμε ένα σημαντικό σκοπό, ίσως μεγάλο ή απλό, αλλά ωραίο. Και αυτό, διότι είναι πρωταρχικό να έχεις μια θέση μέσα στην κοινωνία: δηλαδή να είμαστε χρήσιμοι (όχι απαραίτητοι αλλά χρήσιμοι), να συμμετέχουμε στην πρόοδο της ανθρωπότητας…καθώς επίσης να αυτοπραγματωνόμαστε, να κάνουμε κάτι με το οποίο να νοιώθουμε καλά, να αισθανόμαστε μέσα μας ότι είμαστε φτιαγμένοι γι΄αυτό… Αλλά τις περισσότερες φορές, ονειρευόμαστε ιδανικά που ξεπερνούν τις δικές μας δυνατότητες.
Η ζωή μου άλλαξε πορεία την ημέρα που συνειδητοποίησα πως στο θάνατό μου δεν θα μου ζητήσουν: «Γιατί δεν ήταν μια Μητέρα Τερέζα ή ένας Nelson Mendela”; αλλά θα πουν: «Ποια ήταν η Idelette»;
Είμαι πεπεισμένη πως καθένας από μας έχει να εκπληρώσει μια προσωπική και πολύ συγκεκριμένη αποστολή. Γεννηθήκαμε για να δημιουργήσουμε κάτι και τούτο είναι χαραγμένο μέσα μας. Επειδή όλοι είμαστε μοναδικοί, από το DNA μέχρι τα δακτυλικά αποτυπώματά μας, μπορούμε επίσης να σκεφτούμε πως όλοι έχουμε μια θέση μέσα στον κόσμο που είναι μοναδική. Ο Δανός φιλόσοφος Kirkegaard, στο ημερολόγιό του γράφει: «Θα πρέπει να κατανοήσω τον προορισμό μου, να δω αυτό που ο Θεός θέλει πράγματι να κάνω. Θα πρέπει να βρω μια αλήθεια για μένα, να βρω μια ιδέα για την οποία θέλω να ζήσω και να πεθάνω.» Όταν κατορθώνεις να μάθεις σε τι θα μοιάσει η ζωή σου, νοιώθεις ενθουσιασμό και γεμάτος ενέργεια.
θα πρέπει όμως ακόμη να ξέρουμε τι οφείλουμε να κάνουμε. Το να γνωρίζουμε το καθήκον μας, την αποστολή μας, δεν σημαίνει αναγκαστικά να έχουμε επαναστατικές ιδέες. Τούτο απαιτεί μάλλον τη δέσμευσή μας να είμαστε πιστοί ακόμη και στα μικρά πράγματα και κυρίως σε αυτό που είμαστε.
Η θέση της ζωής σου, είναι η ουσία αυτού που είσαι. Για να γνωρίσεις την αποστολή της ζωής σου, οφείλεις καταρχάς να ξέρεις ποιος είσαι. Μην επιτρέψεις στην κουλτούρα σου, στις ρίζες σου, στην περιουσία σου, στις ικανότητές σου, να περιορίσουν την έρευνά σου. Γεννήθηκες σε ένα τόπο, σε μια δεδομένη στιγμή, σε ένα δεδομένο περιβάλλον, αυτό είναι σαφές. Αλλά είσαι περισσότερο από ένα τυποποιημένο προϊόν. Κάθε ανθρώπινο ον μπορεί να διαμορφώσει την ιστορία που κουβαλάει όπως θέλει, προς εξυπηρέτηση της δικής του προσωπικότητας.
Έχουμε επίσης ανάγκη από ενθάρρυνση, κάποιοι «να μας πιστεύουν». Ήμουν 12 ετών όταν αποφάσισα πως ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Μου άρεσε το παιχνίδι των λέξεων, η ετυμολογία τους, το διάβασμα περιοδικών. Στα γενέθλια των 17 χρόνων, μια φίλη μου έκανε δώρο ένα βιβλίο για τον κόσμο των εκδόσεων. Το δώρο αυτό, τη στιγμή εκείνη, δεν μου ήταν χρήσιμο, έδειχνε όμως την εμπιστοσύνη της φίλης μου στις ικανότητές μου να γίνω δημοσιογράφος. Η εμπιστοσύνη αυτή, που μου έδειξε η φίλη, συνέβαλε παρά πολύ στο γεγονός ότι εκπλήρωσα το όνειρό μου και έγινα δημοσιογράφος. Είχα διαρκώς ανάγκη από ενθάρρυνση. Οι ενδείξεις του παρελθόντος μου και η αίσθηση πληρότητας που ένοιωσα όταν άρχισα ν α δουλεύω, μου επέτρεψαν αργότερα να προχωρήσω λίγο περισσότερο και να μην εγκαταλείψω το επάγγελμα.
Για να βρω ποια ήταν η «αποστολή» μου, έλαβα μέρος σε ένα χριστιανικό σεμινάριο περισυλλογής. Εκεί υπέβαλα τον εαυτό μου σε διάφορα τεστ. Μετά από κάποιες μέρες περισυλλογής, μπόρεσα να σηκωθώ και να πω: «Η αποστολή μου είναι να συλλαμβάνω και να διαδίδω ένα μήνυμα ελπίδας».Αισθανόμουνα τόσο καλά που ήμουν ικανή να πω με μια απλή φράση ποια ήμουν. Η φράση αυτή αγκάλιαζε όλη μου τη ζωή: την επαγγελματική, την κοινωνική, την πνευματική. Αυτή η αποστολή, ήταν πια χαραγμένη μέσα στην καρδιά μου.
Το γεγονός αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω πως το ότι έγινα δημοσιογράφος ήταν μέρος της συνολικής όψης της ζωής μου. Ήταν πολύ περισσότερο από μια εργασία, μια καριέρα (δηλαδή να κερδίζω χρήματα για να ζω ή να ανεβαίνω τα σκαλιά για να υπάρχω κοινωνικά). Κατάλαβα πως η εργασία μου είναι μέρος της ζωής μου, αλλά αυτή δεν είναι η ζωή μου. Είμαι η Idelette. Δεν είμαι η δημοσιογράφος. Εκπληρώνω την αποστολή μου και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής μου. Πράγματι είμαι εγώ, βιώνω την αποστολή μου διαρκώς. Αυτό είναι αληθινά, που θα πιστοποιήσει την ταυτότητά μου, θα με χαρακτηρίσει, αυτό θα κάνει να θυμηθούν στο θάνατό μου ποια ήμουν.
Βρίσκω την αποστολή μου σημαίνει έχω μια διαφορετική θεώρηση της ζωής. Αυτό επηρεάζει τον τρόπο που υπάρχω, που συμπεριφέρομαι. Οι προτεραιότητές μου, οι επιλογές μου, θα γίνουν με άλλα κριτήρια και όχι με αυτά του χρήματος, της υλικής άνεσης, της γνώμης των άλλων… Σημαίνει επίσης ότι έχω μια σοβαρή άποψη για την εργασία μου. Είμαι δημοσιογράφος, όχι απλά για να γεμίζω στήλες με κείμενα. Θέλω και μπορώ να παρεμβάλλω ωραίες ειδήσεις στην εφημερίδα όπου εργάζομαι. Αναφέρομαι σε πρόσωπα που κατορθώνουν να επιφέρουν μια αλλαγή στην ζωή των διπλανών τους. Θέλω να επικοινωνήσω την ελπίδα και την βούληση για δράση.
Η αποστολή μου με βοηθάει να διατηρήσω τον προσανατολισμό μου σε αυτά που κάνω. Θέλω να είμαι πιστή καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μου και να κάνω τις απαραίτητες προσπάθειες για να το πετύχω. Τούτο με κάνει να σεβαστώ μια προσωπική ηθική και βλέπω τους άλλους με διαφορετικό μάτι. Τους εκτιμώ περισσότερο.
Να έχω τη συνολική θεώρηση της ζωής είναι καλό. Αλλά συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να έχω πιο συγκεκριμένους στόχους: με ποιο συγκεκριμένο τρόπο μπορώ να εκπληρώσω την αποστολή μου στην καθημερινότητα. Αποφάσισα να περάσω κάποιο χρονικό διάστημα, σε περισυλλογή προκειμένου να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Διατύπωσα σε ένα χαρτί την αποστολή μου, αυτήν που είχα βρει κατά το σεμινάριο που προανέφερα. Κατόπιν ήρθε στην φαντασία μου ένας κόσμος όπου τα πάντα θα ήταν δυνατά. Και βρήκα λεπτομέρειες, ακόμη και προκλήσεις σε όλους τους τομείς της ζωής μου: ένα ιδανικό για να ακολουθήσω. Δεν γνωρίζω αν θα το πετύχω: είναι ένα ιδανικό. Αλλά αυτό μου δίνει μια κατευθυντήρια γραμμή που με σπρώχνει προς τα εμπρός. Με τον νέο αυτό πιο ακριβή ορισμό της αποστολής μου, η συνολική εικόνα είναι πιο σαφής: ξέρω πού πηγαίνω.
Επίσης γρήγορα κατάλαβα πως το σημαντικότερο, στην εκπλήρωση της αποστολής μας, είναι να προχωρούμε σε συγκεκριμένες δράσεις. Θα πρέπει κάποια στιγμή να δραστηριοποιούμαστε, δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε πως κάποιος άλλος θα το κάνει στη θέση μας, ή ακόμη πως θα μας πει ότι όλα θα πάνε καλά. Οφείλουμε λοιπόν να ρισκάρουμε, να κάνουμε πράξη αυτό που πρέπει να γίνει. Μόνο πραγματοποιώντας τα όνειρά μας και τους σκοπούς μας, η αποστολή μας θα εκπληρωθεί.
Εννοείται πως θέλει χρόνο για να βρεις την αποστολή σου. Τούτο προϋποθέτει ανοικτό πνεύμα και τη θέληση να αποκομίζουμε μαθήματα από αυτά που μας συμβαίνουν. Αλλά αφού βρούμε αυτό που μπορούμε να κάνουμε, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που μας παρουσιάζονται (τις εξετάσεις, ένα νέο προσανατολισμό, μια μετάθεση, δύστροπους ανθρώπους…). Αυτό απαιτεί σταθερότητα. Και δεν θα είναι εύκολο. Όμως τι περισσότερο να ελπίζουμε από το να φθάσουμε στο τέλος της ζωής μας και να πούμε: «Έζησα τη ζωή μου σε όλη την πληρότητά της. Πήρα τη θέση που ήταν δική μου και την οποία είχα ορίσει για τον εαυτό μου».
Και συ τι θέλεις να κάνεις με τη ζωή σου; Ποιος θέλεις να είσαι;
Έχεις ήδη σκεφθεί πως ο Θεός, που σε γνωρίζει καλύτερα από όσο γνωρίζεις εσύ τον εαυτό σου, και ξέρει επίσης καλύτερα από σένα ποιο είναι το μέλλον, ίσως είναι Αυτός που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις τον εαυτό σου και να είσαι ευτυχισμένος στη ζωή σου; Και αν εδώ είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνεις για να βρεις την αποστολή σου, τον λόγο της ύπαρξής σου στη ζωή;
Idelette van Papendorp
Και για την απόδοση στα Ελληνικά: Πέτρος Ανδριώτης
Στο βάθος του εαυτού μας, θα επιθυμούσαμε να πετύχουμε ένα σημαντικό σκοπό, ίσως μεγάλο ή απλό, αλλά ωραίο. Και αυτό, διότι είναι πρωταρχικό να έχεις μια θέση μέσα στην κοινωνία: δηλαδή να είμαστε χρήσιμοι (όχι απαραίτητοι αλλά χρήσιμοι), να συμμετέχουμε στην πρόοδο της ανθρωπότητας…καθώς επίσης να αυτοπραγματωνόμαστε, να κάνουμε κάτι με το οποίο να νοιώθουμε καλά, να αισθανόμαστε μέσα μας ότι είμαστε φτιαγμένοι γι΄αυτό… Αλλά τις περισσότερες φορές, ονειρευόμαστε ιδανικά που ξεπερνούν τις δικές μας δυνατότητες.
Η ζωή μου άλλαξε πορεία την ημέρα που συνειδητοποίησα πως στο θάνατό μου δεν θα μου ζητήσουν: «Γιατί δεν ήταν μια Μητέρα Τερέζα ή ένας Nelson Mendela”; αλλά θα πουν: «Ποια ήταν η Idelette»;
Είμαι πεπεισμένη πως καθένας από μας έχει να εκπληρώσει μια προσωπική και πολύ συγκεκριμένη αποστολή. Γεννηθήκαμε για να δημιουργήσουμε κάτι και τούτο είναι χαραγμένο μέσα μας. Επειδή όλοι είμαστε μοναδικοί, από το DNA μέχρι τα δακτυλικά αποτυπώματά μας, μπορούμε επίσης να σκεφτούμε πως όλοι έχουμε μια θέση μέσα στον κόσμο που είναι μοναδική. Ο Δανός φιλόσοφος Kirkegaard, στο ημερολόγιό του γράφει: «Θα πρέπει να κατανοήσω τον προορισμό μου, να δω αυτό που ο Θεός θέλει πράγματι να κάνω. Θα πρέπει να βρω μια αλήθεια για μένα, να βρω μια ιδέα για την οποία θέλω να ζήσω και να πεθάνω.» Όταν κατορθώνεις να μάθεις σε τι θα μοιάσει η ζωή σου, νοιώθεις ενθουσιασμό και γεμάτος ενέργεια.
θα πρέπει όμως ακόμη να ξέρουμε τι οφείλουμε να κάνουμε. Το να γνωρίζουμε το καθήκον μας, την αποστολή μας, δεν σημαίνει αναγκαστικά να έχουμε επαναστατικές ιδέες. Τούτο απαιτεί μάλλον τη δέσμευσή μας να είμαστε πιστοί ακόμη και στα μικρά πράγματα και κυρίως σε αυτό που είμαστε.
Η θέση της ζωής σου, είναι η ουσία αυτού που είσαι. Για να γνωρίσεις την αποστολή της ζωής σου, οφείλεις καταρχάς να ξέρεις ποιος είσαι. Μην επιτρέψεις στην κουλτούρα σου, στις ρίζες σου, στην περιουσία σου, στις ικανότητές σου, να περιορίσουν την έρευνά σου. Γεννήθηκες σε ένα τόπο, σε μια δεδομένη στιγμή, σε ένα δεδομένο περιβάλλον, αυτό είναι σαφές. Αλλά είσαι περισσότερο από ένα τυποποιημένο προϊόν. Κάθε ανθρώπινο ον μπορεί να διαμορφώσει την ιστορία που κουβαλάει όπως θέλει, προς εξυπηρέτηση της δικής του προσωπικότητας.
Έχουμε επίσης ανάγκη από ενθάρρυνση, κάποιοι «να μας πιστεύουν». Ήμουν 12 ετών όταν αποφάσισα πως ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Μου άρεσε το παιχνίδι των λέξεων, η ετυμολογία τους, το διάβασμα περιοδικών. Στα γενέθλια των 17 χρόνων, μια φίλη μου έκανε δώρο ένα βιβλίο για τον κόσμο των εκδόσεων. Το δώρο αυτό, τη στιγμή εκείνη, δεν μου ήταν χρήσιμο, έδειχνε όμως την εμπιστοσύνη της φίλης μου στις ικανότητές μου να γίνω δημοσιογράφος. Η εμπιστοσύνη αυτή, που μου έδειξε η φίλη, συνέβαλε παρά πολύ στο γεγονός ότι εκπλήρωσα το όνειρό μου και έγινα δημοσιογράφος. Είχα διαρκώς ανάγκη από ενθάρρυνση. Οι ενδείξεις του παρελθόντος μου και η αίσθηση πληρότητας που ένοιωσα όταν άρχισα ν α δουλεύω, μου επέτρεψαν αργότερα να προχωρήσω λίγο περισσότερο και να μην εγκαταλείψω το επάγγελμα.
Για να βρω ποια ήταν η «αποστολή» μου, έλαβα μέρος σε ένα χριστιανικό σεμινάριο περισυλλογής. Εκεί υπέβαλα τον εαυτό μου σε διάφορα τεστ. Μετά από κάποιες μέρες περισυλλογής, μπόρεσα να σηκωθώ και να πω: «Η αποστολή μου είναι να συλλαμβάνω και να διαδίδω ένα μήνυμα ελπίδας».Αισθανόμουνα τόσο καλά που ήμουν ικανή να πω με μια απλή φράση ποια ήμουν. Η φράση αυτή αγκάλιαζε όλη μου τη ζωή: την επαγγελματική, την κοινωνική, την πνευματική. Αυτή η αποστολή, ήταν πια χαραγμένη μέσα στην καρδιά μου.
Το γεγονός αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω πως το ότι έγινα δημοσιογράφος ήταν μέρος της συνολικής όψης της ζωής μου. Ήταν πολύ περισσότερο από μια εργασία, μια καριέρα (δηλαδή να κερδίζω χρήματα για να ζω ή να ανεβαίνω τα σκαλιά για να υπάρχω κοινωνικά). Κατάλαβα πως η εργασία μου είναι μέρος της ζωής μου, αλλά αυτή δεν είναι η ζωή μου. Είμαι η Idelette. Δεν είμαι η δημοσιογράφος. Εκπληρώνω την αποστολή μου και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής μου. Πράγματι είμαι εγώ, βιώνω την αποστολή μου διαρκώς. Αυτό είναι αληθινά, που θα πιστοποιήσει την ταυτότητά μου, θα με χαρακτηρίσει, αυτό θα κάνει να θυμηθούν στο θάνατό μου ποια ήμουν.
Βρίσκω την αποστολή μου σημαίνει έχω μια διαφορετική θεώρηση της ζωής. Αυτό επηρεάζει τον τρόπο που υπάρχω, που συμπεριφέρομαι. Οι προτεραιότητές μου, οι επιλογές μου, θα γίνουν με άλλα κριτήρια και όχι με αυτά του χρήματος, της υλικής άνεσης, της γνώμης των άλλων… Σημαίνει επίσης ότι έχω μια σοβαρή άποψη για την εργασία μου. Είμαι δημοσιογράφος, όχι απλά για να γεμίζω στήλες με κείμενα. Θέλω και μπορώ να παρεμβάλλω ωραίες ειδήσεις στην εφημερίδα όπου εργάζομαι. Αναφέρομαι σε πρόσωπα που κατορθώνουν να επιφέρουν μια αλλαγή στην ζωή των διπλανών τους. Θέλω να επικοινωνήσω την ελπίδα και την βούληση για δράση.
Η αποστολή μου με βοηθάει να διατηρήσω τον προσανατολισμό μου σε αυτά που κάνω. Θέλω να είμαι πιστή καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μου και να κάνω τις απαραίτητες προσπάθειες για να το πετύχω. Τούτο με κάνει να σεβαστώ μια προσωπική ηθική και βλέπω τους άλλους με διαφορετικό μάτι. Τους εκτιμώ περισσότερο.
Να έχω τη συνολική θεώρηση της ζωής είναι καλό. Αλλά συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να έχω πιο συγκεκριμένους στόχους: με ποιο συγκεκριμένο τρόπο μπορώ να εκπληρώσω την αποστολή μου στην καθημερινότητα. Αποφάσισα να περάσω κάποιο χρονικό διάστημα, σε περισυλλογή προκειμένου να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Διατύπωσα σε ένα χαρτί την αποστολή μου, αυτήν που είχα βρει κατά το σεμινάριο που προανέφερα. Κατόπιν ήρθε στην φαντασία μου ένας κόσμος όπου τα πάντα θα ήταν δυνατά. Και βρήκα λεπτομέρειες, ακόμη και προκλήσεις σε όλους τους τομείς της ζωής μου: ένα ιδανικό για να ακολουθήσω. Δεν γνωρίζω αν θα το πετύχω: είναι ένα ιδανικό. Αλλά αυτό μου δίνει μια κατευθυντήρια γραμμή που με σπρώχνει προς τα εμπρός. Με τον νέο αυτό πιο ακριβή ορισμό της αποστολής μου, η συνολική εικόνα είναι πιο σαφής: ξέρω πού πηγαίνω.
Επίσης γρήγορα κατάλαβα πως το σημαντικότερο, στην εκπλήρωση της αποστολής μας, είναι να προχωρούμε σε συγκεκριμένες δράσεις. Θα πρέπει κάποια στιγμή να δραστηριοποιούμαστε, δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε πως κάποιος άλλος θα το κάνει στη θέση μας, ή ακόμη πως θα μας πει ότι όλα θα πάνε καλά. Οφείλουμε λοιπόν να ρισκάρουμε, να κάνουμε πράξη αυτό που πρέπει να γίνει. Μόνο πραγματοποιώντας τα όνειρά μας και τους σκοπούς μας, η αποστολή μας θα εκπληρωθεί.
Εννοείται πως θέλει χρόνο για να βρεις την αποστολή σου. Τούτο προϋποθέτει ανοικτό πνεύμα και τη θέληση να αποκομίζουμε μαθήματα από αυτά που μας συμβαίνουν. Αλλά αφού βρούμε αυτό που μπορούμε να κάνουμε, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που μας παρουσιάζονται (τις εξετάσεις, ένα νέο προσανατολισμό, μια μετάθεση, δύστροπους ανθρώπους…). Αυτό απαιτεί σταθερότητα. Και δεν θα είναι εύκολο. Όμως τι περισσότερο να ελπίζουμε από το να φθάσουμε στο τέλος της ζωής μας και να πούμε: «Έζησα τη ζωή μου σε όλη την πληρότητά της. Πήρα τη θέση που ήταν δική μου και την οποία είχα ορίσει για τον εαυτό μου».
Και συ τι θέλεις να κάνεις με τη ζωή σου; Ποιος θέλεις να είσαι;
Έχεις ήδη σκεφθεί πως ο Θεός, που σε γνωρίζει καλύτερα από όσο γνωρίζεις εσύ τον εαυτό σου, και ξέρει επίσης καλύτερα από σένα ποιο είναι το μέλλον, ίσως είναι Αυτός που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις τον εαυτό σου και να είσαι ευτυχισμένος στη ζωή σου; Και αν εδώ είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνεις για να βρεις την αποστολή σου, τον λόγο της ύπαρξής σου στη ζωή;
Idelette van Papendorp
Και για την απόδοση στα Ελληνικά: Πέτρος Ανδριώτης
Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010
Ο ιστορικός Λόγος του Θεού
Τα εμπόδια και οι δυσκολίες για να πιστέψει κανείς στο Θεό είναι πολλά. Ένα από τα μεγαλύτερα, είναι η φαινομενική ανοχή και σιωπή του Θεού εμπρός στη δυστυχία και τα βάσανα πού πλήττουν την ανθρωπότητα. Το σοβαρότατο αυτό ζήτημα, αν και το εξετάσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσιάζοντας τις απόψεις και την αντιμετώπιση του ανθρώπινου πόνου από τον φιλόσοφο Σενέκα και τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο, θα το αναπτύξουμε εκτενέστερα σε μια προσεχή μελέτη.
Ένα άλλο εμπόδιο για την πίστη, που αποτελεί συχνά και αιτία απομάκρυνσης από αυτήν, είναι η στρεβλή και ψεύτικη εικόνα που έχουν πολλοί άνθρωποι για το Θεό, ακόμα και χριστιανοί.
Ο π. ROSARIO SCOGNAMIGLIO, στο υπέροχο βιβλίο του, «ο Θεός και ο ανθρώπινος πόνος», (Έκδοση Γραφείου Καλού Τύπου), μέσα σε τρεις μικρές σελίδες, μας περιγράφει τη γνήσια εικόνα του μυστηριώδους προσώπου του Θεού, όπως αυτή προκύπτει από τον διάλογο που είχε ο ίδιος ο Θεός με τους ανθρώπους κατά την πορεία της ιστορίας.
Η εικόνα του Θεού που θα διαβάσουμε στο παρακάτω κείμενο του π. Rosario, αποτελεί τη χριστιανική αντίληψη του Θεού, που διαπιστώνουμε στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα από τα χείλη και τα έργα του ιδίου του Ιησού Χριστού.
Ο λόγος, λοιπόν, στον π. Rosario, στις σελίδες του βιβλίου του υπό τον προαναφερθέντα τίτλο της ανάρτησης:
Ο ιστορικός Λόγος του Θεού
Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη περιέχουν και οι δυο τον ίδιο ζωντανό, ιστορικό Λόγο του Θεού. Όταν λέω ζωντανό, εννοώ πως μέσα στην Αγία Γραφή πραγματοποιείται ένας διάλογος: ο Θεός συνδιαλέγεται μαζί μας οικογενειακά: θα λέγαμε, ο Θεός προσαρμόζεται στο επίπεδο του ανθρώπινου λόγου για να μας μιλήσει, για να μας αποκαλύψει το μυστηριώδες πρόσωπό Του, για να μας προκαλέσει να του δώσουμε μια απάντηση αγάπης και φιλίας. Ο Θεός δεν είναι απών, παρουσιάζεται ο ίδιος στο Μωυσή, πάνω στο όρος Χορήβ, στο όρος Σινά: « Είδα τις θλίψεις του λαού Μου, στην Αίγυπτο, άκουσα τα παράπονά τους και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω από τη σκλαβιά των Αιγυπτίων.» Ο Θεός απευθύνεται προς το Μωυσή και τον καλεί με το όνομά του: «Μωυσή, Μωυσή». Ο Θεός δεν είναι ούτε είδωλο, δηλαδή ένα ζώο, ένα πράγμα, ένα αστέρι…, ούτε μια ακατανόητη σκιά ή κάτι το φανταστικό, ο Θεός απλά υπάρχει, είναι, δηλαδή ζει, ακούει, βλέπει (βλ. Εξ. 3,7 εξ).
Ο Θεός δεν παραμένει αδιάφορος μπροστά στις στενοχώριες των ανθρώπων, αλλά επεμβαίνει, δρα: « Οι φωνές των παιδιών του Ισραήλ έφτασαν μέχρις Εμέ, γνωρίζω καλά τις στενοχώριες τους…Κατέβηκα για να τους ελευθερώσω…» Ο Θεός χρησιμοποιεί το όνομά Του σα μια σφραγίδα, σα μια εγγύηση: «Εγώ είμαι ο ΙΑΧΒΕ. Αυτός δηλαδή, που ήμουν, που είμαι και θα είμαι, η Αρχή και το Τέλος, το Α και το Ω, ο Παντοκράτορας.» (Αποκ. 1,8)
Ο ίδιος ο Θεός μας λέει το όνομά Του, αυτό σημαίνει πως για μας τους ανθρώπους δεν είναι μια ανώνυμη δύναμη του κόσμου, ο Θεός μας βάζει την ταυτότητά Του στα χέρια μας και μας λέει: Ιδού, είμαι Εγώ ο ίδιος απέναντί σας, είμαι μαζί σας, πορεύομαι μαζί σας, είμαι κοντά σας.
Ο Θεός όμως δεν θέλει να παραμένουμε με σταυρωμένα χέρια και να αναμένουμε, κουβεντιάζοντας ή τρώγοντας ή αναμένοντας παθητικά. Ο Θεός, αφού αποκαλύφτηκε στο Μωυσή, τον στέλνει πίσω στους συμπατριώτες του: «Εμπρός πήγαινε στους Ισραηλίτες και πες τους: ο ΙΑΧΒΕ, ο Θεός των Πατέρων σας, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ…» (Εξ. 3.5 εξ.). «Πήγαινε στο Φαραώ…πήγαινε…»
Ο Θεός μας πραγματοποιεί τα σωτήρια σχέδιά Του με τη συνεργασία του ανθρώπου. Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο, τον προσκαλεί, του προτείνει καθήκοντα και ευθύνες, τον αφήνει να ορίσει το πεπρωμένο του με τα δικά του χέρια.
Γι΄αυτό ακριβώς είπαμε παραπάνω πως ο Λόγος του Θεού είναι ιστορικός. Η συνάντηση του ανθρώπου με το Θεό δε γίνεται πάνω από τα σύννεφα, σ΄ένα κόσμο μακρινό, ούτε φυσικά θα γίνει σ΄ένα αινιγματικό μέλλον…ο Θεός φανερώνεται μέσα στη δική μας ιστορία, βαδίζει μαζί μας «κι ο Λόγος σάρξ εγένετο…» (Ιω. 1,14). Ναι, ο Λόγος έγινε σάρκα, μια σάρκα ανθρώπινη, με τις αδυναμίες της, με τις στενοχώριες της, με τον πόνο της…
Ο Ιησούς μας αποκαλύπτει οριστικά το φιλάνθρωπο, το στοργικό και το φιλικό πρόσωπο του Επουράνιου Πατέρα Του. Μας φέρνει το Θεό κοντά μας και μας λέει «τρελά πράγματα» για την αγάπη Του: «26Κοιτάξτε τα πουλιά του ουρανού, ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν σε αποθήκες και ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε περισσότερο απ'αυτά; …28Και για τα ρούχα σας, γιατί μεριμνάτε; Μάθετε από τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνουν...» (Μτ. 6,26-34).
Π. ROSARIO SCOGNAMIGLIO
Για την επιμέλεια της ανάρτησης
Πέτρος Ανδριώτης
Ένα άλλο εμπόδιο για την πίστη, που αποτελεί συχνά και αιτία απομάκρυνσης από αυτήν, είναι η στρεβλή και ψεύτικη εικόνα που έχουν πολλοί άνθρωποι για το Θεό, ακόμα και χριστιανοί.
Ο π. ROSARIO SCOGNAMIGLIO, στο υπέροχο βιβλίο του, «ο Θεός και ο ανθρώπινος πόνος», (Έκδοση Γραφείου Καλού Τύπου), μέσα σε τρεις μικρές σελίδες, μας περιγράφει τη γνήσια εικόνα του μυστηριώδους προσώπου του Θεού, όπως αυτή προκύπτει από τον διάλογο που είχε ο ίδιος ο Θεός με τους ανθρώπους κατά την πορεία της ιστορίας.
Η εικόνα του Θεού που θα διαβάσουμε στο παρακάτω κείμενο του π. Rosario, αποτελεί τη χριστιανική αντίληψη του Θεού, που διαπιστώνουμε στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα από τα χείλη και τα έργα του ιδίου του Ιησού Χριστού.
Ο λόγος, λοιπόν, στον π. Rosario, στις σελίδες του βιβλίου του υπό τον προαναφερθέντα τίτλο της ανάρτησης:
Ο ιστορικός Λόγος του Θεού
Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη περιέχουν και οι δυο τον ίδιο ζωντανό, ιστορικό Λόγο του Θεού. Όταν λέω ζωντανό, εννοώ πως μέσα στην Αγία Γραφή πραγματοποιείται ένας διάλογος: ο Θεός συνδιαλέγεται μαζί μας οικογενειακά: θα λέγαμε, ο Θεός προσαρμόζεται στο επίπεδο του ανθρώπινου λόγου για να μας μιλήσει, για να μας αποκαλύψει το μυστηριώδες πρόσωπό Του, για να μας προκαλέσει να του δώσουμε μια απάντηση αγάπης και φιλίας. Ο Θεός δεν είναι απών, παρουσιάζεται ο ίδιος στο Μωυσή, πάνω στο όρος Χορήβ, στο όρος Σινά: « Είδα τις θλίψεις του λαού Μου, στην Αίγυπτο, άκουσα τα παράπονά τους και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω από τη σκλαβιά των Αιγυπτίων.» Ο Θεός απευθύνεται προς το Μωυσή και τον καλεί με το όνομά του: «Μωυσή, Μωυσή». Ο Θεός δεν είναι ούτε είδωλο, δηλαδή ένα ζώο, ένα πράγμα, ένα αστέρι…, ούτε μια ακατανόητη σκιά ή κάτι το φανταστικό, ο Θεός απλά υπάρχει, είναι, δηλαδή ζει, ακούει, βλέπει (βλ. Εξ. 3,7 εξ).
Ο Θεός δεν παραμένει αδιάφορος μπροστά στις στενοχώριες των ανθρώπων, αλλά επεμβαίνει, δρα: « Οι φωνές των παιδιών του Ισραήλ έφτασαν μέχρις Εμέ, γνωρίζω καλά τις στενοχώριες τους…Κατέβηκα για να τους ελευθερώσω…» Ο Θεός χρησιμοποιεί το όνομά Του σα μια σφραγίδα, σα μια εγγύηση: «Εγώ είμαι ο ΙΑΧΒΕ. Αυτός δηλαδή, που ήμουν, που είμαι και θα είμαι, η Αρχή και το Τέλος, το Α και το Ω, ο Παντοκράτορας.» (Αποκ. 1,8)
Ο ίδιος ο Θεός μας λέει το όνομά Του, αυτό σημαίνει πως για μας τους ανθρώπους δεν είναι μια ανώνυμη δύναμη του κόσμου, ο Θεός μας βάζει την ταυτότητά Του στα χέρια μας και μας λέει: Ιδού, είμαι Εγώ ο ίδιος απέναντί σας, είμαι μαζί σας, πορεύομαι μαζί σας, είμαι κοντά σας.
Ο Θεός όμως δεν θέλει να παραμένουμε με σταυρωμένα χέρια και να αναμένουμε, κουβεντιάζοντας ή τρώγοντας ή αναμένοντας παθητικά. Ο Θεός, αφού αποκαλύφτηκε στο Μωυσή, τον στέλνει πίσω στους συμπατριώτες του: «Εμπρός πήγαινε στους Ισραηλίτες και πες τους: ο ΙΑΧΒΕ, ο Θεός των Πατέρων σας, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ…» (Εξ. 3.5 εξ.). «Πήγαινε στο Φαραώ…πήγαινε…»
Ο Θεός μας πραγματοποιεί τα σωτήρια σχέδιά Του με τη συνεργασία του ανθρώπου. Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο, τον προσκαλεί, του προτείνει καθήκοντα και ευθύνες, τον αφήνει να ορίσει το πεπρωμένο του με τα δικά του χέρια.
Γι΄αυτό ακριβώς είπαμε παραπάνω πως ο Λόγος του Θεού είναι ιστορικός. Η συνάντηση του ανθρώπου με το Θεό δε γίνεται πάνω από τα σύννεφα, σ΄ένα κόσμο μακρινό, ούτε φυσικά θα γίνει σ΄ένα αινιγματικό μέλλον…ο Θεός φανερώνεται μέσα στη δική μας ιστορία, βαδίζει μαζί μας «κι ο Λόγος σάρξ εγένετο…» (Ιω. 1,14). Ναι, ο Λόγος έγινε σάρκα, μια σάρκα ανθρώπινη, με τις αδυναμίες της, με τις στενοχώριες της, με τον πόνο της…
Ο Ιησούς μας αποκαλύπτει οριστικά το φιλάνθρωπο, το στοργικό και το φιλικό πρόσωπο του Επουράνιου Πατέρα Του. Μας φέρνει το Θεό κοντά μας και μας λέει «τρελά πράγματα» για την αγάπη Του: «26Κοιτάξτε τα πουλιά του ουρανού, ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν σε αποθήκες και ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε περισσότερο απ'αυτά; …28Και για τα ρούχα σας, γιατί μεριμνάτε; Μάθετε από τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνουν...» (Μτ. 6,26-34).
Π. ROSARIO SCOGNAMIGLIO
Για την επιμέλεια της ανάρτησης
Πέτρος Ανδριώτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)